Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016 01:03

24/09/2016 Δρομολόγιο σε μια παραδοσιακή ενδυμασία, της Βασιλικής Σπύρου

Χρόνια ως σήμερα, ερευνώντας τη λαογραφία συλλεκτών και ιστοριογράφων μελέτησα πλήθος καθημερινοτήτων της ελληνικής ανθρωπότητας, ένα φαινόμενο που μου δείχνει πως ο δρόμος που έχω καταπιαστεί και έχω να διανύσω είναι άκρως πολύπλευρος και χιλιομετρικά ατέλειωτος. Η Παράδοση, όπως την ακούμε σαν λέξη, δεν είναι μόνο ο τόπος μας, η γη μας, είναι όσα προηγήθηκαν για να την δημιουργήσουν. «Παραδίδω» σημαίνει όσα οι προηγούμενοι μου άφησαν, όποιοι είναι οι προηγούμενοι, εκτός και εντός της οικογένειας και των ενδότερων ανθρώπων των ριζών μας, υπάρχουν παράγοντες κοινωνικοί, πολιτικοί, πολιτισμικοί, εκπαιδευτικοί, οικονομικοί, πολυπολιτισμικοί και άλλων επιδράσεων εξωτερικοί.

 

Στην μέχρι τώρα πορεία μου συνάντησα σημαντικούς ανθρώπους που έχουν περπατήσει τη λαογραφία, μορφωμένους δασκάλους και καθηγητές πανεπιστημίων, μουσικούς και συνθέτες, διαβασμένους εκδότες, συγγραφείς, συντάκτες και άλλους που μου δώσανε, όπου χρειάστηκα, τις γνώσεις τους. Γιατί αυτό είναι το πρώτο συστατικό της Παράδοσης. Η απλόχερη μεταλαμπάδευση, χωρίς αξιολόγηση και κριτήρια. Η ευγνωμοσύνη που νιώθω για όλους αυτούς που ήρθαν και θα έρθουν να μου δώσουν είναι αστείρευτη.

 

Υπάρχουν όμως και οι άλλοι. Οι πρόγονοι, όσοι έζησαν τα εθιμοτυπικά και εθνολογικά γεγονότα μέσα στο σπίτι τους, στις αυλές, στις γειτονιές τους, στις κεντρικές πλατείες των πόλεων και των χωριών τους. Είμαι ευτυχισμένη που πρόλαβα να ζήσω με τους παππούδες μου που πίνανε τσίπουρο στο πρωινό τους και τραγουδούσαν την Πικροδάφνη, που είδα τις γιαγιάδες μου να πλέκουν με αργαλειούς τις καραμελωτές κουβέρτες στα πιο ζωντανά χρώματα και να ξετυλίγουν αμέτρητες δαντέλες, καθάριες, από τα ακροδάχτυλά τους.

 

Ταξιδεύοντας από τη Φλώρινα ως το ακροπέλαγος και από τη λίμνη Τριχωνίδα ως την Αθήνα, από τα Τζουμέρκα και τα Γιάννινα ως το Καστέλλι Κισσάμου της Κρήτης, γνώρισα πολλούς που τα μάτια τους, τα χέρια τους και τα στόματά τους τα έζησαν όλα αυτά, ατόφια, που εγώ σήμερα ψάχνω να εντοπίσω.

 

Φτιάξαν αληθινά γαϊτανάκια του έρωτα, ενδύθηκαν μπούλες, ψήσανε πίτες στα ξύλα, πολέμησαν στις κορυφογραμμές, συγγράψανε τις πρώτες εφημερίδες, περπάτησαν σε φαράγγια για να διδάξουν στα μονοθέσια, γράψανε με κονδύλια, μαγείρεψαν τηγανίτες με ζάχαρη χοντρή, φορέσανε μανδήλια, κρατήσανε αγκλίτσες, χορέψανε τα Μοιρολόγια, πετάξανε χαρτονομίσματα στα κλαρίνα.

Αυτοί όλοι είναι εναπομείνασες πηγές. Τα ανοιχτά ή κλειστά βιβλία.

 

Η Βασιλική Σπύρου Τριάντου από τα Κεντρικά Τζουμέρκα Άρτης, είναι σήμερα 96 χρονών και η ζωή δεν την έχει ρίξει στο κρεβάτι. Ξυπνά πριν τις ανατολές και πίνει τον γλυκό καφέ μέσα στο λουλουδάτο φλιτζάνι της πορσελάνης που κάποια Πρωτοχρονιά της κάνανε δώρο. Αυτή η πηγή της ιστορίας θυμάται να εξιστορήσει συμβάντα με γιγάντιο κάλλος παρακαταθήκης.

 

‘Εχω κουβεντιάσει μαζί της φορές για θέματα που ξεκινούν από το λίγο και καταλήγουν στην διεθνή ιστορία.

Απασχολώντας με ιδιαίτερα η παραδοσιακή γυναικεία ενδυμασία και οι καταβολές της περιηγήθηκα σε μεγάλο αριθμό μουσείων και καταγραφών, σε βιβλιογραφία και κέντρα πολιτισμού, μπήκα σε Συλλόγους και σε σπίτια που κατείχαν ενθύμια. Πλούτος και μεράκι, δουλειά μερόνυχτων, αγώνας υπεροχής της αισθητικής  χαρακτηρίζουν τα κομμάτια των ενδυμασιών αυτών που προέρχονται από την αρχαιότητα, που οικοδομήθηκαν διαφορετικά στα χρόνια των κατακτήσεων και στη βυζαντινή εποχή, που εξελίχθηκαν στην πορεία, εμπλουτίστηκαν, εισχώρησαν στην βιωματική περιουσία.

 

«Όποιος βλέπει σημερινό ελληνικό πανηγύρι» λέγει αλλού, «θυμάται αμέσως τα αρχαία. (…) Χρειάζεται να διακοπεί και να ελαφρώσει ο μονότονος ρυθμός της καθημερινής ζωής.» ρήση του M. Nilson καταγεγραμμένη από τον Γ.Α.Μέγα (1)

 

Οι ενδυμασίες δεν είναι στολές όπως έχω ακούσει, δυστυχώς, να τις λένε πολλοί, είναι τα ρούχα των εποχών που διανύθηκαν, η μόδα, οι γεωγραφικές και κλιματολογικές προσεγγίσεις, είναι η τέχνη των ριζών, οι τρόποι, τα ήθη.

 

Οι παράγοντες που προαναφέρθηκαν στην είσοδο των λόγων μου επηρέασαν την ύλη και την υφή της. Αυτό που κεντρίζει το ολοκληρωμένο ενδιαφέρον της ενδυματολογικής αυτής οντότητας είναι η ευφυΐα των έντεχνων χαρακτηριστικών και διαφοροποιήσεων, των τεχνικών καταβολών, έξυπνα δομημένων κατασκευών. Κεντήματα σουρεαλιστικά, αξεσουάρ ευφάνταστης σκέψης σε ανδρικές ή γυναικείες ενδυμασίες οι λόγοι ύπαρξής τους συνάδουν με την καθημερινότητα σε συνδυασμό με την προσέγγιση της απλότητας.

 

Από το γάμο ως τη γέννα, από τον μόχθο ως το γλέντι και τελικά ως το θάνατο.

Η Βασιλική Σπύρου Τριάντου μου ανέφερε στην κουβέντα μας πως από τις αρχές του 1900 όπου έζησε άρχισε η ενδυματολογική αυτή τάση να φθίνει. Επιρροές  από κονωνικοπολιτικά γεγονότα αλλάξανε τον ρου. Οι ευκατάστατες περιοχές, που είχαν ανορθώσει από παλαιότερα συμβάντα συνέχιζαν να τις χρησιμοποιούν, ενώ η δυσμενείς οικονομικές συνθήκες δεν ευημερούσαν άλλες περιοχές να διατηρούν στοιχεία των καιρών. Οι γυναίκες φορούσαν φουστάνια νεότερης ευρωπαϊκής αισθητικής, λιτά ρούχα μπήκαν στην καθημερινότητα των δύο φύλων. Δεν προείχε η πολυτέλεια της παλαιότερης ενδυματολογικής αισθητικής, αφού ξανάρθε ο πόλεμος, η ξενιτιά και η πενία.

 

Παρ’ όλη την κατάσταση κομμάτια απαράμιλλης ομορφιάς υπήρχαν και υπάρχουν σε κάθε σπίτι. Κάθε σπίτι διατήρησε στις αναμνήσεις του ενθύμια που θυμίζουν κάτι από την ιστορία του, τις ρίζες τους προγόνους του.

 

Στο κέντρο της Αθήνας υπάρχει ένας συλλέκτης, ο Θεόδωρος Τζαμάλας, αυθεντικών ενδυμασιών που είχα την ευκαιρία να συνομιλήσω μαζί του και να αποκτήσω από τον ίδιο γνήσια φορέσιμα κομμάτια της Ηπείρου από όπου είναι και ο τόπος καταγωγής μου. Ενδύθηκα την παραδοσιακή ενδυμασία της, εν τω μέσω της πρωτεύουσας και του κλωθογυρισμένου κόσμου και εκεί ανακάλυψα την Απλότητα.

 

Η πρώτη επαφή μου με την ένδυση των κατοίκων της Απείρου γης ήταν μια κάπα μαύρη τραχιά μελωδική που είδα όταν ήμουν κορίτσι των πρώτων τάξεων του Δημοτικού Σχολείου στα ενθύμια των παππούδων μου.  Συγκρατούσε πορφυρό ρέλι στο τελείωμά της και τη διάφανη δεξιότητα μιας αράχνης που την είχε κάνει σπίτι, ήταν έρημη και παλαιά. Είχε φορεθεί από πλάτες γενναίες που κάποια ημέρα τελείωσαν.

 

Δεν είχε κάποια ιδιαίτερη ιδιότητα, εκτός, από τη χρήση της. Ήταν χρήσιμη για την κακοκαιρία του τόπου. Ήταν βολική για τους ανέμους των βουνών. Τα μέτρα της υποδείκνυαν ότι άνηκε σε λεπτή γυναίκα, ήταν μαύρη και μάλλινη όπως ένα μοιρολόι. Είχε όμως, ένα στοιχείο αναγνωρίσιμο από την πρώτη επαφή. Είχε ταυτότητα. Αυτή ήταν μια κάπα γυναίκας της Ηπείρου. Στολίδι θαρραλέας φύσης υπέκρυπτε την ανδρεία των ορεινών περασμάτων, της δύσβατης γης μήτρας που γεννοβολούσε ζωή.

 

«Στα σπίτια αυτά, κάτι γυναίκες έβλεπα να μπαινοβγαίνουν. Με ρούχα μαύρα και με μαντήλια στο κεφάλι. (…) Κάθονταν κι όλο κοίταγε πέρα, μακριά, που φαίνονταν κάτι βουνά μελανιασμένα» έγραψε ο ηπειρώτης εικαστικός και συγγραφέας Νίκος Χουλιαράς .(2)

 

Άπλωσα τα πολυχρονισμένα κομμάτια της θηλυκής  προελεύσεως που απέκτησα. Στο χώρο μια ολόκληρη σειρά εσωτερικών και εξωτερικών ενδυμάτων μαζεμένα, αποτελούσαν τη χιλιομετρική διαδρομή από το νού ως τα άκρα μιας γυναίκας.

 

Μαντήλι, πουκάμισο, φουστάνι, ποδιά, κάπα, κάλτσες, παπούτσια, ζώνη, πόρπη, περιδέραια.  Για όλα ετούτα χρειάστηκε σκέψη χρηστικής απλότητας για να γίνουν και να εκτιμηθούν. Η σκέψη της Απλής γαλήνης, η σκέψη της Απλής προσευχής, η σκέψη της Απλής Απλότητας. Ώστε να γίνει η απλότητα με έργο σκληρό μια μεγαλόπνοη ιστορία.

 

Παρατηρώντας τους πολιτισμούς, πως ντύνονται, πως γράφουν, πως χτίζουν τα σπίτια τους και με τι χρώματα βάφουν τις αυλές και τα μπαλκόνια τους είδα σε πανηγύρια υπερήλικες να χορεύουν με την απλότητα της απόλαυσης και να τραβούν το πλήθος μαζί τους σαν ορμητικοί ποταμοί, είδα γυναίκες να ασπρίζουν με την απλότητα του ασβέστη τα σκαλοπάτια τους για να γραφτούν για αυτά ερήμην τους τραγούδια έρωτα, είδα να υφαίνουν με την απλότητα της φροντίδας νάκες για να γίνουν ύστερα εκθέματα μουσείων, είδα να γράφονται μύθοι και παραβολές με την Απλότητα της ελπίδας για να γίνουν βιβλία.

 

Στο δρομολόγιο της παραδοσιακής ενδυμασίας ανακάλυψα την εμπειρική γνώση της απλότητας που εκλείπει. Είδα το γέλιο και το κλάμα να γίνονται γιγάντια δύναμη για το μετά. Η  μνημιακή απλότητα των ανθρωπίνων έργων υποβαστάζει τη θέληση και τη φροντίδα απέναντι στο μεγαλείο της ζωής και χτίζει την Παράδοση.

 

Βασιλική Σπύρου

(εικαστικός)

 

 

Βιβλιογραφία

1.σελ.29  Εισαγωγή. Γ. Α. Μέγας, Ελληνικές Γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας, εκδ. Εστία, Αθήνα 2007

2.σελ. 154 Ο γάμος του Ζιαμπίρα, Νίκος Χουλιαράς, Ζωή την άλλη φορά, εκδ. Νεφέλη (Δωδέκατη έκδοση), Αθήνα1985

Ο νερόμυλος του Κρυονερίου

Ο νερόμυλος του Κρυονερίου

Ο Νερόμυλος δημιουργήθηκε το 2000 απο τον...

"Το ζεύκι"

Παρουσίαση ταβέρνας "Το ζεύκι" στον Βαθύκαμπο Άρτας    

Άραχθος Χαγιάτι

Άραχθος Χαγιάτι

Το Ξενοδοχείο ''Άραχθος Χαγιάτι'' βρίσκεται στην Φτέρη...

Οινοποιείο Κώστα Βασιλείου

Οινοποιείο Κώστα Βασιλείου

Επισκεφθήκαμε το οινοποιείο του Κώστα Βασιλείου στον...

Καφενείο πλατείας Ναζαίων Κώστα Καλιακάτ…

Καφενείο πλατείας Ναζαίων Κώστα Καλιακάτσου

Τις Απόκριες επισκεφτήκαμε και εμείς το καφενείο...

kalesma