Μικρές στιγμές - τεύχος 159, Οκτ. 2007
Τι καλοκαίρι και τούτο! Να φύγει και να μην ξανάρθει τέτοιο. Φωτιές παντού, μαύρισε η ψυχή μας. Όσο κι αν η απόσταση που μας χώριζε από τα τεκταινόμενα άφηνε ένα περιθώριο ανάσας, ο ανελέητος βομβαρδισμός από τα τηλεβίζια μας μετέφερε καθημερινά την κάπνα και τη μυρωδιά. Τελικά η δική μας περιοχή δεν κάηκε. Τη γλιτώσαμε και τούτο το καλοκαίρι …
-«Πρέπει να ’πιασε φωτιά στη Σκούπα», μας είπε η μάνα μου.
Κουβάλαγα με την αδερφή μου κάτι ξύλα σ’ ένα υπόστεγο, να ’χουν τα γερόντια κανένα κούτσουρο για το χειμώνα. Δεν το πιστέψαμε με την πρώτη.
-«Κάτι θα καίνε», σχολιάσαμε μεταξύ μας.
Εκείνη επέμενε. Βγήκαμε ν’ αγναντέψουμε. Πράγματι είχε πάρει φωτιά. Φαινόταν καπνός και λίγες φλόγες, πάνω από το σημείο όπου στρίβουμε για να κατέβουμε προς τη γέφυρα Τζαρή. Από μακριά μια σταλιά τόπος έμοιαζε να καίγεται. Πάλι δε θορυβηθήκαμε: «Σιγά τη φωτιά…άλλωστε δεν είναι και τόσο δασωμένο τριγύρω…»
Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου, το μεσημέρι. Φυσούσε ένα ελαφρό αεράκι κι είχε αρκετή δροσιά για τέτοια εποχή. Εθισμένοι στην τηλεοπτική εικόνα με τις τεράστιες φλόγες να κατακαίνε τα πάντα, ετούτο που βλέπαμε, μας φαινόταν παιχνίδι.
Η ώρα όμως πέρναγε και η φωτιά δεν έλεγε να σβήσει. Φαινόταν μάλιστα να τραβάει πάνω για το βουνό. Πάνω που πήγαιναν να ξυπνήσουν οι πρώτοι εφιάλτες κατέφτασαν τα αεροπλάνα. Δύο πυροσβεστικά στην αρχή κι ένα ελικόπτερο. Αργότερα προστέθηκε και δεύτερο.
Μείναμε να τα χαζεύουμε. Ειδικά τα ελικόπτερα που φόρτωναν νερό από τη «γύρα του Κωσταγιώργιου». Έκαναν πολλές ρίψεις νερού. Για δυο ώρες επιχειρούσαν συνέχεια. Εκεί που λέγαμε «…την πέτυχαν…. πάει τώρα θα σβήσει…», ξανά φούντωνε.
Μας έμεινε μια στυφή γεύση, το απόγευμα που τελείωσε η όλη ιστορία. Ξορκίστηκε το κακό, αλλά καλό είναι να κρατήσουμε ένα φόβο. Αν για μια τέτοια «μικρή» φωτιά, χρειάστηκε τόσος αγώνας για να σβήσει, τι θα γινόταν αν έπιανε ο «λόγκος» το καλοκαίρι; Κι αν τώρα ήρθαν τα «εναέρια μέσα» αμέσως, τι θα συνέβαινε, αν κάτι τέτοιο γινόταν τις μέρες που καιγόταν όλη η Ελλάδα;
Καλό είναι να καταρριφτεί ένας αφελής μύθος που λέει ότι «…δεν πιάνει εύκολα φωτιά, εδώ σε μας». Και να γίνουμε όλοι πιο προσεχτικοί. Γιατί ακόμα και τον φετινό Αύγουστο κάποιοι έβαζαν φωτιά να κάψουν ξερόχορτα στα χωράφια. Με την βλακώδη ξεροκεφαλιά «…ξέρω εγώ, την ελέγχω, μην ανησυχείτε…» (Γνωρίζω τουλάχιστον μια τέτοια περίπτωση από διπλανό χωριό). Για να μην πω για τα αποτσίγαρα των αυτοκινήτων…
-«Διαβάζω αυτά που γράφεις», μου λέει τον Αύγουστο ο Δημήτρης ο Τατσής «Καλά είναι, αλλά κάπως μελαγχολικά. Εγώ θα έβαζα ένα πιο εύθυμο τόνο…»
-«Λες;…», του λέω και η κουβέντα μένει εκεί.
Τον πάω το Δημήτρη. «Φιλόσοφο», τον αποκαλώ σε στιγμές φιλοφρονήσεων. «Φιλοσοφικά», θα προσπαθήσω να του απαντήσω:
-Έτσι είναι, Μήτσο μου, η ζωή. Μας το δίδαξαν και οι αρχαίοι μας πρόγονοι. Το πρωί να γελάς σαν παιδί. Το μεσημέρι να κουβεντιάζεις φρόνιμα. Και το δείλι να δακρύζεις περήφανα. Το φυσικό είναι τούτο. Η αντιστροφή είναι το αφύσικο. Δε λέω, όλοι χρειαζόμαστε στιγμές να ξεσφίγγει η ψυχή μας και να ελαφρώνουμε. Για το κυρίαρχο γνώρισμα, μιλάω.
Φυσιολογικό λοιπόν είναι, εσύ, να γράφεις πιο εύθυμα…. Όσο για μένα, δε θέλω να συγκαταλέγω τον εαυτό μου στους μελαγχολικούς. Με τους «φρόνιμους», αισιοδοξώ, ότι συγκαταλέγομαι.
-Κι αν σου πω τώρα, Δημήτρη μου, ότι το καλοκαίρι είναι για τους νέους, μην μου το καταγράψεις στα «μελαγχολικά». Γιατί μπορώ να σου αποδείξω την αλήθεια των λόγων μου. Με τη μέθοδο των μαθηματικών. Τη μέθοδο της επιστήμης, δηλαδή.
Το καλοκαίρι είναι να μπορείς διαρκώς να ξοδεύεσαι. Να σε βρίσκει το ξημέρωμα μ’ ένα ποτό στο χέρι ή να σε πετυχαίνει η ανατολή με μια αγκαλιά. Το βράδυ να φλερτάρεις με την απιστία και την αυγή να εξαγνίζεις τον έρωτα. Να μπορείς να εισάγεις καινούργια πράγματα στη ζωή σου, χωρίς να αμελείς τα καθημερινά. Να ξυπνάς για πρωί στις 11, αλλά να τα προλαβαίνεις όλα. Κι αποπάνω να ’χεις χρόνο να σπαταλήσεις άσκοπα. Καλοκαίρι είναι, να μπορείς να ταξιδεύεις καβάλα σ’ ένα όνειρο, χωρίς να σε γειώνει η λογική. Κι αν στραπατσαριστεί το φθινόπωρο το όνειρο, να μπορείς αμέσως να το αντικαταστήσεις με το επόμενο.
Πόσοι από εμάς τους «μεγαλύτερους» μπορούμε να τα κάνουμε όλα αυτά;
Δεν παραπονιέμαι όμως. Έχουμε όλες τις άλλες εποχές να συναγωνιστούμε ισότιμα. Το καλοκαίρι ανήκει στους νέους.
Το ραντεβού είχε κλειστεί για τις 7.30΄ το πρωί, στη γέφυρα Τζαρή. Πέντε να πάμε και πέντε επιστροφή, δέκα χιλιόμετρα περπάτημα σε τούτο τον πυρωμένο Αύγουστο, δεν είναι και το ευκολότερο. Κάτι το ανάλαφρο φτερούγιζε μέσα μας και τα λόγια μας φλύαρα, δημιουργούσαν την ατμόσφαιρα εκδρομής.
Το «μονοπάτι της βίδρας», είναι το παλιό αυλάκι ο «Καναδάς» που λέγαμε. Ξεκίναγε από το ποτάμι κάτω από τη Δαφνωτή, για να πάρει μέτρο με το μέτρο το ύψος που χρειαζόταν για να ποτίσει τον Κάρδαμπο. Από εκεί πέρναγε με σωλήνες πάνω από το ποτάμι σε ύψος 25 μέτρων στην «κολόνα», συνέχιζε στο Κρυονέρι, για να καταλήξει στα Πολίτσαινα, διασχίζοντας στη μέση το στεφάνι της Σκάλας. .
Αν και δίπλα μας, δεν το ’χα περπατήσει ποτέ. Παρότι άκουγα να λένε τα καλύτερα λόγια για τη διαδρομή. Ειδικά, όσοι το περάσανε άνοιξη.
Μετά το πρώτο τέταρτο, μόλις προχωρήσεις τη στροφή της «Αγριλιάς», (αυτή που φαίνεται από τη γέφυρα Τζαρή), μεταφέρεσαι στους ήχους και τις εικόνες μιας περασμένης εποχής. Δέντρα παντού, ισκιώνουν το μονοπάτι και περπατάς στη σκιά τους, μέσα στο αυλάκι. Πού και πού καμιά κουμαριά κάποιο ρείκι ή ένας γράβος σπάνε τη μονοτονία. Πιο πέρα φυτά, που μπορεί να τα ’χεις ξαναδεί, αλλά δε θυμάσαι την ονομασία τους. Κι αποκάτω ο Άραχθος με πλατάνια και τον άσπρο γιαλό του, μας χωρίζει από τις απέναντι οι πλαγιές που ανηφορίζουν φορτωμένες κι αυτές με βλάστηση, ως εκεί που παίρνει το μάτι σου.
Περπατούσα σχεδόν σιωπηλός κι αφουγκραζόμουνα τους καλοκαιρινούς ήχους ανακατεμένους με το βουητό του ποταμού. Γύρω μου οι άλλοι αντάλλαζαν περισσότερα λόγια. Πρόσεξα μάλιστα, πως όσο περνούσε η ώρα, οι κουβέντες χαμήλωναν, σαν να μας υπέβαλλε το τοπίο. Αν κι έζησα στη φύση ως τα νεανικά μου χρόνια και κουβαλάω μέσα μου την ερημιά του τοπίου, ετούτη η σιγανοκουβέντα με γλύκαινε. Δεν άφηνε περιθώριο στην ερημιά να αλαφιάσει την ψυχή μου.
Μετά από κανένα δίωρο φτάσαμε στο τέρμα.
- Του Κώστα Σαλαγιάνη: Του Κώστα Σαλαγιάνη



