Μικρές στιγμές - τεύχος 161, Απρ. 2008
Γύρισα από το χωριό την Κυριακή του Θωμά. Δευτέρα, έπρεπε να παραδώσουμε τα κείμενα της εφημερίδας για να εκδοθεί. Μ’ έπιασε η μέγγενη της πίεσης. «Τι γράφεις τώρα;» Λογάριαζα κάτι να γράψω όλες τις μέρες του Πάσχα που ήμουν στο χωριό. Δεν είχα μυαλό, δεν έπιασα μολύβι. Λίγο οι δουλειές, λίγο τα ξενύχτια, το περισσότερο όμως τ’ αηδόνια, οι πρωινές δροσοσταλίδες και τα σούρουπα του Απρίλη, δε μ’ άφηναν. Στο χωριό σε καθορίζει η φύση που, ευτυχώς ακόμα, κυλάει σχεδόν στον ίδιο απαράλλαχτο αρχέγονο ρυθμό της.
Γυρνώντας στην Αθήνα αναγκάζεσαι να μπεις κατευθείαν σ’ άλλους ρυθμούς. Δεν υπάρχει η πολυτέλεια για «χαμένο χρόνο» και «χαμένη ενέργεια». Πρέπει να γίνεις πρακτικός, αλλιώς η πόλη θα σε αποβάλλει. Όλα όμως όσα έζησες τις μέρες που προηγήθηκαν, τα κουβαλάς μέσα σου. Πρέπει να περάσει λίγος καιρός -για μένα είναι πέντε με δέκα μέρες-, για να καταλαγιάσουν οι αισθήσεις και να αποσβεστεί η επιρροή τους. Μετά λαγαρίζουν τα πράγματα κι αποκαθίστανται οι ισορροπίες. Γίνομαι «Αθηναίος». Τότε αρχίζω να σχεδιάζω το επόμενο ταξίδι. Να ξαναδώ τα Τζουμέρκα.
-Πως τα πέρασες στο χωριό το Πάσχα; με διακόπτει το τηλεφώνημα του φίλου μου, ο οποίος δεν έγινε να έρθει φέτος στο χωριό.
- Να σου πω, ρε Θοδωρή. Δεν προλάβαμε τις κουτσουμπιές, είχε ήδη τελειώσει το άνθος τους και τα χάσαμε αυτά τα χρώματα. Αλλά είχε τόσο οργιώδες πράσινο παντού που σε νικούσε. Παραδινόσουν και δεν μπορούσες να του αντισταθείς. Για τα αηδόνια τα ’χουμε πει τόσες φορές, το ίδιο μαγευτικά ήταν και φέτος. Είδα και κάποιες πυγολαμπίδες! Τις θυμάσαι τις κωλοφωτιές; Λίγες, αλλά είδα!
Έβρεχε τη Μ. Παρασκευή, χιόνιζε και στα Τζουμέρκα, αλλά εμένα μου άρεσε. Αυτή η χειμωνιάτικη παρένθεση του Απρίλη, μου ’κατσε καλά κείνη τη μέρα. Αλλά οι πιο φανταστικές μέρες ήταν η Πέμπτη της Πρωτομαγιάς, η Παρασκευή και το Σάββατο. Έμπαινε από παντού η άνοιξη και ανακατευόταν με το καλοκαίρι. Ω! αυτός ο πρωινός ήλιος που καθρεφτιζόταν στο Ξεροβούνι . Σου ’παιρνε την ψυχή! …
- Γράψε και τίποτα πιο αιχμηρό… Όλο γλυκανάλατα γράφεις, με προκαλεί κλείνοντας.
Ναι, θα σου πω, ρε φίλε, κι αυτά που δε είπαμε. Και δε θα τα πω εξωραϊσμένα. Θα τα πω, όπως τα ένιωσα.
Πήγα φέτος το Πάσχα στη Φτέρη. Όλη η ιστορία γίνεται σε μισή ώρα Από τις 12 παρά τέταρτο ως τις 12 και τέταρτο το πολύ. Το ίδιο ακριβώς, όπως γινότανε και πέρυσι και πρόπερσι και αντιπρόπερσι. Αυτοκίνητα να παρκάρουν για να ξεπαρκάρουν σε λίγο. Το κατανοώ αυτό, δε γίνεται αλλιώς ειδικά στο χωριό μας. Αυτό που μου φέρνει αμηχανία, είναι αυτή η μισή ώρα της διεκπεραίωσης. Για να πω την αλήθεια φίλε μου, διεκπεραίωση της κατάστασης είδα κι όχι βίωση του Συμβολισμού. Και δε είναι σε τίποτα στραβό το χωριό μας. Είμαι σίγουρος ότι το ίδιο έγινε και στη Ράμια, στη Νησίστα , στο Δίστρατο, στον Έβρο και στην Κρήτη. Τι τα θέλεις; Απ’ όλα είχαμε . Και βεγγαλικά και λαμπάδες και καμπάνες κι ασπασμούς. Κι ο παπάς καλά έκανε τη δουλειά του. Απλώς άλλαξαν οι εποχές. Και δεν κάνω τη σύγκριση, γιατί με ξεπερνάει μια τέτοια ανάλυση. Βλέπω απλώς ότι το Πάθος (ανθρώπινο ή θείο) δεν έχει την πέραση που είχε παλιά.
Δηλώνω –για να είμαι έντιμος- ότι έχω από χρόνια διαλέξει να σκέφτομαι και να αναλύω τον κόσμο, όχι με το χριστιανικό «προσδοκώ ανάσταση νεκρών», αλλά με το αρχαιοελληνικό επιτύμβιο της στήλης του Κεραμεικού. «Στάθι και οίκτιρον». (= σταμάτα και δάκρυσε, γιατί δε ζω πια.) Αλλά κι αυτό το άχρωμο που γίνεται αυτές τις μέρες, ρε παιδί μου, δε μου κάθεται. Δε μπορώ να συνταχτώ μαζί του.
Ομολογώ ότι δεν είναι και καμιά μαγκιά το να τραβάς ζόρια. Ούτε έχει πέραση μια αδιόρατη μελαγχολία και ένας διαρκής ψυχαναλυτισμός που διακατέχει μερικούς από τη γενιά τη δικιά μου.
- Του Κώστα Σαλαγιάνη: Του Κώστα Σαλαγιάνη



