Μικρές στιγμές - τεύχος 164, Ιαν. 2009
Παλιότερα έμενα κάποια Χριστούγεννα στην Αθήνα ή πήγαινα καμιά εκδρομή. Τα τελευταία χρόνια, με αφορμή και τους ηλικιωμένους γονείς μου πάω όλες τις μέρες στο χωριό για να κάνω και καμιά δουλειά. Απαλλάχτηκα έτσι από το βάρος του σχεδιασμού που επιτάσσει να κάνουμε κάτι το «ξεχωριστό» τις γιορτινές μέρες. Δεν έχω πια πρόβλημα για το πού θα πάω, με ποιους θα πάω, πώς θα πω κανένα ψεματάκι για να αποφύγω βαρετές υποχρεώσεις.
Εκείνα τα Χριστούγεννα που τα φόρτωνα με τόσες προσδοκίες, συνήθως κατέληγαν σε αμηχανία και ακεφιά. Χαριτολογώντας, ονόμαζα αυτή την αθυμία «μελαγχολία των εορτών». Συζητώντάς το με φίλους διαπίστωσα, ότι δεν είμαι ο μόνος. Είναι κι άλλοι, που αυτές τις γιορτινές μέρες, δεν καταφέρνουνε να ανεβάσουνε στροφές και να συμμετέχουν σ’ αυτή την «έκρηξη» χαράς, συντροφικότητας και αγάπης. Η εικόνα των τηλεοπτικών Χριστουγέννων με την ευκολία και το περίσσευμα κεφιού, είναι εκτός πραγματικότητας. Έτσι το εκλογίκευσα και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι όλο αυτό το σκηνικό που στήνεται, είναι ένα ακόμα καταναλωτικό τρυπάκι. Το χωριό βέβαια αυτές τις μέρες, δεν περιμένω ότι θα με εκπλήξει. Αλλά δε μ’ έχει απογοητεύσει και ποτέ.
Χριστούγεννα στο χωριό, δεν έχεις και πολλές επιλογές για το πού θα πας και το τι θα κάνεις. Όταν ήμουν νεότερος, όλο αυτό το έβλεπα σαν μονοτονία και μ’ έπνιγε. Τώρα πια μου αρέσει και μου ξεκουράζει την ψυχή. Ανακαλύπτω κι ένα σωρό πράγματα, που μπορεί μεν να υπήρχαν, αλλά εγώ δεν τους έδινα αξία. Μου αρέσει που η μέρα μου εξακολουθεί να εξαρτάται ακόμα από τον καιρό. Αυτό το φυσικό κανόνα της ζωής, που τον ξεχάσαμε σχεδόν τελείως στις πόλεις. Όταν έχει ξάστερο και παγωνιά δύσκολα βγαίνεις από το σπίτι πριν πάει εννιά η ώρα. Να βαρέσει πρώτα ο ήλιος, για να ξεκινήσει η μέρα. Ο πρωινός ραχάτικος καφές, ρίχνοντας δυο ξύλα στο τζάκι που σιγοκαίει ακόμα από το βράδυ, σε κάνει να αναρωτιέσαι, μήπως κάπου έχουμε πάρει λάθος τη ζωή μας. Αν τύχει δε και βρέχει και ξυπνήσεις από τις επτά, τότε για καμιά ώρα, παρακολουθείς όλο τον αγώνα που κάνει η μέρα για να μπορέσει να χαράξει. Οι βροχερές μέρες, είναι από τις καλύτερές μου στο χωριό. Σκοτώνω χωρίς καμιά ενοχή τις ώρες, δίχως να κάνω απολύτως τίποτα. Μέχρι να πάει έντεκα η ώρα να μαζευτούμε για ένα δεύτερο καφέ στο καφενείο. Το βράδυ έρχεται από τις πεντέμισι. Νύχτα στο χωριό, σημαίνει καφές, τσιπουράκια και κανένα χαρτάκι. Να περάσει λίγο η ώρα, για να πιούμε κανένα κρασί με μεζέδες δίπλα στο τζάκι.
Στις δυο τρεις μέρες των Χριστουγέννων, το χιόνι είχε φτάσει ως τη Ράμια και η Ροδαυγή ήταν γεμάτη. Από το παράθυρο που κοιμάμαι, βλέπω φάτσα το Ξηροβούνι. Ξύπναγα κάποιες φορές τα βράδια, τράβαγα την κουρτίνα και κοίταζα με προσοχή δίπλα από τη λάμπα της ΔΕΗ για να ξεδιαλύνω, αν αυτό που έπεφτε έξω ήταν ψιλόβροχο ή χιονόνερο. Αν τύχαινε δε και τα φώτα ψηλά στη Σκούπα αχνοφαίνονταν, τυλιγμένα σ’ ένα αραχνοΰφανατο πέπλο που άσπριζε, τότε η καρδιά μου αναπτερωνόταν. «Δε μπορεί, θα χιονίσει ως το πρωί κι εδώ…». Τελικά δε χιόνισε στο χωριό. Έμεινε όμως ένα άγγιγμα μύθου. Ένα χάδι νοσταλγίας και ανάμνησης προς κάτι αόριστο και παιδικό. Ίσως αυτό να είναι τελικά τα Χριστούγεννα. Η δυνατότητα να ανοίξει η ψυχή, μήπως και μπορέσει και την αγγίξει ο μύθος. Στη μεγαλούπολη -εγώ τουλάχιστον- έχω χάσει αυτή την δυνατότητα. Στο χωριό έρχονται και κάποιες μικρές στιγμές, που γαντζώνομαι από αυτές για να ελπίζω, ότι αυτή η απώλεια, δεν είναι παντοτινή.
Ένα απόγευμα μετά την Πρωτοχρονιά, γυρνούσα από την Άρτα. Έπεφτε σ’ όλο το δρόμο μια γεμάτη χινοπωριάτικη βροχή. Το χιόνι το ’χε φάει σχεδόν όλο κι είχε αφήσει μόνο κάποια σημάδια στις άκρες των δρόμων της Ροδαυγής, μαζί μ’ μικρό όγκο δίπλα από κάποια σπίτια που θύμιζε το χιονάνθρωπο των προηγούμενων ημερών. Φτάνοντας στη μέση της γέφυρας Τζαρή, σταμάτησα, πήρα μια ομπρέλα και κατέβηκα για να χαζέψω το ποτάμι. Θολός και φουσκωμένος ο Άραχθος, μόνο μια μικρή νησίδα φαινόταν, όπου υπήρχε ακόμα γιαλός. Έψαχνα με το μάτι μου να δω κανένα κούτσουρο να διαβαίνει μαζί με τα νερά, αλλά δεν είδα τίποτα. Αφέθηκα να ναρκώνομαι από τους κυματισμούς που έκανε σε κάποια σημεία κι από το βουητό που γέμιζε τα αυτιά μου. Φαντάστηκα τον εαυτό μου ναυαγό σε κείνο το μικρό νησάκι, με τον Άραχθο απειλητικό γύρω μου, αλλά αρκέστηκα σ’ ένα πιο χλιαρό συναίσθημα. Αυτό, της ανακούφισης, που μου πρόσφεραν τα γερά κιγκλιδώματα της γέφυρας. Ήταν κοντά στο θάμπωμα και μια αντάρα που κατέβαινε από τα βουνά έκανε τη νύχτα να έρχεται γρηγορότερα. «Πόσο, Θεέ μου, φυσικά μου φαίνονται όλα τούτα!», παραδέχτηκα. «Πόσο μακρινή μου μοιάζει η Αθήνα, τούτη τη στιγμή! Αυτή η πόλη, στην οποία εξακολουθώ ακόμα να ζω από επιλογή Εκεί μένω, εκεί προσαρμόστηκα, αλλά δεν έγινα ποτέ Αθηναίος, Άραγε θα με συγκινούσε το ίδιο, αν ζούσα μόνιμα στο χωριό;».
-Έπαθες τίποτα; με ρωτάει ένας χωριανός που σταμάτησε με το αυτοκίνητό του δίπλα μου.
-Τίποτα, αναμετριέμαι με τις δικές μου θολούρες, του λέω.
-Α! πάει, «σιούριξες» τελείως, τον άκουσα να λέει και πάτησε γκάζι..
-Μάλλον δίκιο έχεις, απαντάω. Και τον ακολούθησα.
Εκεί που όλα κυλούσαν ήρεμα, τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων το νέο ήρθε αναπάντεχα και μας φαρμάκωσε όλους. «Σκοτώθηκε ο Γιώργος ο Τσιλώνης!» Ένα νέο παιδί από το Παλαιοκάτουνο, γαμπρός του Θανάση Καλιακάτσου και της Ζαχαρούλας από το Κρυονέρι. «Μα, δεν είναι δυνατόν! Πώς έγινε:», αναρωτιόμασταν. Οι συζητήσεις όλες, ήταν γύρω από αυτό το θέμα. Πήγαινε να πάει κάπου αλλού η κουβέντα κι όλο εκεί ξαναγυρνάγαμε. Σε κανενός το μυαλό, δε χωρούσε το κακό που συνέβηκε. Αυτοπυροβολισμός κατά λάθος, ήταν οι πρώτες πληροφορίες. Την άλλη μέρα μάθαμε ότι πυροβολήθηκε από λάθος κάποιου γείτονά του. Η αιτία ήταν ένα άγριο γουρούνι, που εξέτρεφαν οι ίδιοι και τους ξέφυγε, ενώ πήγαν να το σκοτώσουν μέσα στο κουμάσι του. Το καταδίωξαν και το κακό δεν άργησε να γίνει. Όπως κι αν έγιναν τα πράγματα, μικρή σημασία έχει. Το κακό που βρήκε αυτούς τους ανθρώπους, δεν αναπληρώνεται με τίποτα. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι τα πιο βαθιά μας συλλυπητήρια στις οικογένειες.
- Του Κώστα Σαλαγιάνη: Του Κώστα Σαλαγιάνη



