Μικρές στιγμές - τεύχος 165, Απρ. 2009
Κοντά δυο μήνες αργότερα κι όλα έδειχναν σαν να μην πέρασε ούτε μια μέρα. «Δεν είναι δυνατόν!», είπα μονολογώντας δυνατά και χαμήλωσα τη μουσική για να συμμαζέψω περισσότερο τις άλλες μου αισθήσεις. «Πρωί τ’ Αϊ Γιαννιού, ίδια ακριβώς εικόνα!» Η μόνη διαφορά είναι, πως τότε έφευγα για την Αθήνα και κοίταζα να αποτυπώσω στα αποθεματικά μου τις τελευταίες εικόνες. Τώρα, πενήντα μέρες αργότερα, ξαναπήγαινα στο χωριό και αυτό που έβλεπα πλησιάζοντας, ήταν ακριβώς ολόιδιο με αυτό που είχα αφήσει.
Σάββατο πρωί της Αποκριάς, 28 του Φλεβάρη. Μόλις είχα περάσει το περίπτερο και τη στροφή στα Πιστιανά κι έπιανα την ανηφορούλα που βγάζει προς τη Ροδαυγή. Χιόνι από δω κι από εκεί στις άκρες, στοιβαγμένο από τα μηχανήματα που τις προηγούμενες μέρες είχαν καθαρίσει το δρόμο. Είχα μάθει ότι το προηγούμενο Σαββατοκύριακο, το πρώτο της Αποκριάς, «σπίθες» είχαν πέσει και στο χωριό κι παντού τριγύρω είχε χιονίσει, αλλά ετούτο που έβλεπα, μια βδομάδα αργότερα, δεν το περίμενα και με ξάφνιασε.
Η μέρα προμηνύονταν καλή κι έφερνε περισσότερο για άνοιξη. Ένας ήλιος μάλαμα έρχονταν από τα Τζουμέρκα κι χάιδευε κιόλας τις πλαγιές του Ξηροβουνίου. Η διάθεσή μου όλο κι ανέβαινε. Όταν είμαι καλά, μ’ αρέσει να τροφοδοτώ τους μύθους μου. Κι ένας απ’ αυτούς είναι πως «…στο χωριό ο χρόνος φαίνεται να κυλάει πιο αργά». Τούτη η επανατροφοδότηση των αισθήσεών μου με τις ίδιες ακριβώς εικόνες, φούντωσε πάλι το μύθο. «Σαν να μην κύλησε καθόλου ο καιρός…» Αλλά και πάλι πώς γίνεται κι όταν μαζεύουν οι μέρες να φύγω, λέω πάντα «…μα πότε κιόλας πέρασαν;». Τούτη την αντίθεση της λογικής, δεν μπόρεσα ποτέ μου να εξηγήσω. Και η ώρα δεν προσφερόταν για τέτοιες αναλύσεις. Στο ραδιόφωνο είχα ένα σταθμό –«Ράδιο Ένα» από το Κορφοβούνι- που συνέχεια βάζει κλαρίνα κι ακούγεται ως το Λουτρό της Αμφιλοχίας. Πηγαίνοντας για το χωριό, αποτελεί το δικό μου τοπικό σημάδι. Το πήγε η σύμπτωση και κείνη την ώρα έλεγε «Τζουμέρκα μου περήφανα, βουνά μου ξακουσμένα…».Δυνάμωσα ξανά τη μουσική…
Ένα τσιγάρο δρόμο μετά, έπιανα την κατηφόρα από τη Σκούπα προς τη γέφυρα Τζαρή. Στην επόμενη στροφή το Κρυονέρι και τα Πολίτσαινα ήρθαν αποκάτω, μπροστά στα μάτια μου. Σταμάτησα στην άκρη και κατέβηκα ν’ αγναντέψω. Ως κάτω στη Μηλιά και στο στεφάνι του Ζαχαρή μια ελαφριά στρώση από πάχνη αντιστέκονταν ακόμα στις πρώτες αχτίνες του ήλιου. Σ’ ένα δυο σπίτια τα τζάκια κάπνιζαν ελαφριά. Από ένα άλλο έβγαινε ένας πιο πυκνός και μαύρος καπνός, σημάδι, πως πριν από λίγο είχαν ανάψει την ξυλόσομπα. Προσπάθησα να διακρίνω κάποια κίνηση, αλλά τίποτα. Ούτε άνθρωπος ούτε αυτοκίνητο φαινόταν να κινείται. Το χωριό ξύπναγε, αλλά οι άνθρωποι δεν είχαν βγει ακόμα από τα σπίτια τους.
Κάθισα σε μια πέτρα που τη βάραγε καλά ο ήλιος. Γεμάτος ο τόπος κοτσύφια, πέταγαν προς τα κάτω στην πλαγιά και χάνονταν σ’ ένα ρέμα. Ένας καλογιάννος με πλησίασε στα δυο μέτρα, κοιταχτήκαμε για λίγο, αλλά αδιαφόρησε και συνέχισε το ψάξιμό του. Αφέθηκα να ρουφάω σκόρπιες πρωινές εικόνες.
Ζεσταίνονταν και ξεκλείδωνε η ψυχή μου από φυσικού της. Άδειαζε το μυαλό από σκέψεις και σ’ αυτόν, τον ελεύθερο χώρο, απλώνονταν μια νοσταλγία. Ζεστά και ήρεμα συναισθήματα ξεφύτρωναν από παντού στην ψυχή μου. Το καθένα τους άφηνε κι από ένα γλυκό, ελαφρύ άρωμα. Αναμειγνύονταν όλα μαζί συνθέτοντας ένα πολύχρωμο μείγμα, χωρίς ωστόσο να μπορώ να ξεδιαλύνω τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. «Δεν ξέρω να περιγράψω τι νιώθω, αλλά νιώθω πολλά. Μόνο όταν ήμουν νέος η συναισθηματική μου ακίδα, ήταν τόσο ευαίσθητη και κατέγραφε μ’ αυτόν τον τρόπο συναισθήματα».
Πάνω που τα συλλογιζόμουνα αυτά, μια εικόνα ήρθε από τα αζήτητα της μνήμης μου. Θυμήθηκα τον παππού μου. Ένα απόγευμα είχε πιάσει τη ραχούλα και κάθονταν και κοίταγε για ώρα πολλή. Μ’ έφαγε η περιέργεια να τον ρωτήσω:
-Τι κοιτάς τόση ώρα παππού;
-Τίποτα, παιδάκι μου αγναντεύω…
Με παραξένεψε η απάντησή του, μα το πέρασα για ιδιοτροπία και δεν τον ρώτησα περισσότερα: «Τι αγναντεύει; Τόσα χρόνια ζει εδώ, τον ξέρει απέξω κι ανακατωτά τον τόπο…» Έφηβος 15 χρονών τότε, όλα τα θεωρούσα δεδομένα. Θα πέρναγαν πολλά χρόνια, ώσπου να καταλάβω ότι οι νέοι μόνο κοιτάνε. Για ν’ αγναντέψεις, πρέπει να θρέψει πρώτα ο χρόνος.
Τρεις μέρες μετά, το μουσκεμένο πρωινό της Τρίτης, με βρίσκει στην επιστροφή για την Αθήνα. Πριν από τη Ροδαυγή, στο ύψος της Αγίας Βαρβάρας, πάντα ρίχνω μια τελευταία ματιά πίσω μου, στο ποτάμι, για να την πάρω μαζί μου. Σήμερα ούτε ποτάμι ούτε χωριό φαινόταν πουθενά. Όλα ήταν τυλιγμένα σε μια ομίχλη που απλώνονταν παντού. Όμορφο θέαμα από ψηλά, μ’ έβαλε στον πειρασμό. Και παρότι βιαζόμουν, σταμάτησα για μια στιγμή να βγάλω μια φωτογραφία. Φαντάστηκα την ομίχλη, σαν ένα καλόβουλο τέρας, να βγαίνει από τη λίμνη και μας σκεπάζει, απλώνοντας παντού τα πλοκάμια της. Ώσπου να βγει για τα καλά ο ήλιος, και να τη διώξει πάλι στο βυθό της λίμνης.
Με το που ξεκίνησα για να φύγω, έφυγε μαζί και κάθε διάθεση για ονειροπόληση. Ξαναβρέθηκα στα γνωστά της επιστροφής. Η κίνηση που μπορεί να βρω στο δρόμο, η συγκεκριμένη ώρα που πρέπει να φτάσω, το πάρκιγκ κοντά στο σπίτι για να μην κουβαλάω μακριά τα πράγματα, το δύσκολο μεσημέρι κι απόγευμα που με περίμενε στη δουλειά…Της Αθήνας, δηλαδή, πράγματα…
-Πες μας, πώς τα πέρασες τις Απόκριες στο χωριό σου; με ρώτησαν στη δουλειά.
-Πολύ ωραία! απάντησα, αν κι έκανα δουλειές κάθε μέρα. Το βράδυ μόνο μαζευόμασταν στα καφενεία. Αλλά είναι σημαντικό το ότι έβαλα πατάτες.
-Και γιατί είναι σημαντικό; με πείραξε μια νεαρή συνάδερφος.
-Δεν ξέρεις εσύ, από χωριά. Θα σου πω, αλλά δε θα καταλάβεις. Πρώτον, γιατί όλο το χωριό ασχολούνταν αυτές τις μέρες να προλάβει να σπείρει τις πατάτες. Προτού πιάσουν ξανά τίποτα βροχές και δε μπορεί να μπει στα χωράφια. Δεύτερο, γιατί δεν είχα ποτέ στη ζωή μου ξαναβάλει πατάτες. Και τρίτο, γιατί τώρα περιμένω το Πάσχα που θα ξαναπάω, να δω αν φύτρωσαν.
- Του Κώστα Σαλαγιάνη: Του Κώστα Σαλαγιάνη



