Τετάρτη, 03 Ιουνίου 2009 09:05

Μικρές στιγμές - τεύχος 166, Ιουλ. 2009

 Είχα γυρίσει  από τις εκλογές και  τους έλεγα στη δουλειά  για το χωριό.

  - Μα! αφού σ’ αρέσει τόσο πολύ, γιατί δεν πας εκεί να μένεις μόνιμα; Να γλιτώσουμε κι εμείς από σένα ….

Μια νεαρή συνάδελφος  με  πείραζε  μεταξύ σοβαρού κι αστείου.

  - Είναι άλλο πράγμα το πού μένεις κι άλλο πράγμα το πού σ’ αρέσει να πηγαίνεις, της απάντησα.

Συνέχιζε αυτή  να με τσιγκλάει.

  - Έχεις δει εκείνη τη διαφήμιση, που βγαίνει ένας γέρος και λέει «Να φύγετε, να πάτε αλλού».Έτσι και με σένα. Τράβα στην Άρτα, δε σε κρατάμε με το ζόρι εδώ πέρα…  

 - Κατ’ αρχήν δεν μ’ αρέσει η  Άρτα. Άλλο το χωριό μου. Έπειτα δε νομίζω πως μιλάμε την ίδια γλώσσα. Εγώ σου μιλάω για πόθο και συ μου τσαμπουνάς για συμβίωση... Η σχέση μας με το χωριό μοιάζει κάπως με την ερωτική. Φεύγουμε νωρίς. Κι έτσι η λαχτάρα του πόθου δεν καταντάει ποτέ πλήξη συνήθειας.

 Κατάφερα να τη φουντώσω και παράτησε το πείραγμα. Το γύρισε στο σοβαρό.

  - Τι το ξεχωριστό έχει τελικά το χωριό σου; Ένα σωρό όμορφα μέρη υπάρχουν.

  - Είναι ο τόπος μου κι έχει μικρές στιγμές που δε θα μπορούσα να τις ζήσω αλλού.

  - Όπως;

  - Άσ’ το καλύτερα. Είσαι παιδί της πόλης εσύ, δε θα καταλάβεις.

 

  Αργά το βράδυ είχα μια νοερή «συζήτηση» μαζί της.

  Έφτασα , που λες, στο χωριό  Πέμπτη το μεσημέρι. Με τις εκλογές και τις αργίες, είχα ένα τετραήμερο μπροστά μου. Λογάριαζα από το απόγευμα να πιάσω δουλειά για να κόψω κανένα χορτάρι. Τι κι αν τα ’χα καθαρίσει το Πάσχα. Λόγω και των βροχών της άνοιξης ξαναγέμισε παντού ο τόπος.

   Έπεσα να κοιμηθώ για λίγο και να ξυπνήσω με όρεξη. Ένας ουρανός μισοσυννεφιασμένος, αποτελούσε  εγγύηση για ένα δροσερό υπνάκο.

  Με ξύπνησαν οι κεραυνοί και οι βροντές. Θα ’χε περάσει καμιά ώρα. Πότε πρόλαβε και πύκνωσε έτσι η συννεφιά! Τράβηξα την κουρτίνα κι από το ανοικτό παράθυρο έβλεπα απέναντι το Ξηροβούνι που είχε μαυρίσει κι έγινε ένα με τον ουρανό. Ένας  αέρας κρύος, έφερνε κιόλας τις πρώτες γερές σταγόνες και τις χτυπούσε με δύναμη στο χώμα. Ερχόταν μπόρα.  

  Σε λίγο «έριχνε με το καρδάρι», που λέγαν οι δικοί μας οι παλιοί. «Πάνε τα χορτάρια για σήμερα», σκέφτηκα. Χωρίς ίχνος ενοχής που έβγαινα έξω από το πρόγραμμά μου, τράβηξα μια κουβερτούλα, άφησα το παράθυρο ανοιχτό ν’ ακούω πιο καλά τη βροχή και ξανάπεσα στο κρεβάτι. Καλοκαίρι απόγευμα και  να χρειάζεσαι από φυσικού του κουβερτούλα. Θες καλύτερη απόλαυση!   

  Στο χωριό, παιδί μου, εξακολουθεί να αποφασίζει πρώτα  η Φύση και μετά ο άνθρωπος. Κι αυτή είναι η φυσική και μετρημένη τάξη των πραγμάτων. Στην Αθήνα συνήθως τ’ αντιστρέφουμε. Κι αυτή την ύβρη την πληρώνουμε.

  Μ’ αυτές τις σκέψεις, με τον ήχο της  βροχής να καλύπτει τα πάντα, χαλάρωσα και βυθίστηκα για κα ’να  δίωρο σ’ ένα από τους ωραιότερους ύπνους που θυμάμαι.

 «Τώρα, αν σου πω για τους αγχώδεις –συχνά- ύπνους της Αθήνας, τι θα μου πεις;»   

 

  «Θέλεις να σου πω κι άλλα;»

  Βγήκα, που λες, μετά τη βροχή και περπάτησα. Να πάρω τη γεύση του απόβροχου  και να χορτάσω τη μυρωδιά από το χώμα. Εκεί που πήγαινα, σ’ ένα φράχτη, μου ’ρθε ένα άρωμα κι αναγάλλιασε η ψυχή μου. Ανάμεσα σε χορτάρια κι αγκάθια μια μικρή τριανταφυλλιά ίσα που ξεχώριζε. Πλησίασα όσο μπορούσα πιο κοντά. Γεμάτη από μικρά τριαντάφυλλα, αυτά  με τα πολλά φύλλα, έστεκε εκεί ξεχασμένη από ανθρώπινη φροντίδα. Η βροχή  είχε μαδήσει κάμποσα φύλλα της και τα ’χε σκορπίσει ολόγυρα. Ταπεινό και λίγο μελαγχολικό το θέαμα, αλλά η ευωδιά της ασύγκριτη, βασιλική.

 

  Έτσι ήταν, μάτια μου, οι τριανταφυλλιές που θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια. Δεν τις πολυέπιανε το μάτι σου, αλλά η μυρωδιά τους  σου κάρφωνε το μυαλό. Είχα δυο  τέτοιες στο πατρικό μου και πλημμύριζαν με άρωμα τα πρωινά και τα σούρουπα. Μ’ έπιασε ο διάβολος αργότερα, όταν έφτιαχνα την αυλή και τις έβγαλα.

  -Άσ’ τις,  μου ’πε η μάνα μου, μην τις πετάς θα τις φυτέψω αλλού.

 -Τι σε νοιάζει εσένα, ρε μάνα. Θα σου πάρω εγώ καλύτερες.

Νόμιζα, πως τα ήξερα όλα.

  Πήγα σε ένα φυτώριο, διάλεξα και τις φύτεψα. Τι τα θέλεις, όμως. Γεμίζουν τριαντάφυλλα με εντυπωσιακά χρώματα, τα χαίρεται το μάτι σου, αλλά δε μυρίζουν. Πρέπει να κολλήσεις τη μύτη πάνω τους, ίσια για να καταλάβεις κάτι από τριαντάφυλλο. 

  «Μπορείς να μου πεις τώρα εσύ, πώς θα ορίσουμε την ομορφιά;»      

 

  Δε σου ’πα όμως και το καλύτερο. Είδα αυτές τις νύχτες που ήμουν στο χωριό και τις κωλοφωτιές. Εσύ μπορεί να τις ξέρεις ως πυγολαμπίδες. Και μπορεί να ξέρεις, ότι είναι «έντομα κολεόπτερα που βγάζουν  από το σώμα τους λάμψη κατά τη νύχτα.» Εμάς όμως η παιδική μας ηλικία είναι χορτάτη από αυτά τα μικρά ζουζούνια που τα κυνηγούσαμε να τα πιάσουμε μέσα στο σούρουπο. Τι είχαν και μας μαγνήτιζαν έτσι, δεν μπορώ να πω με σιγουριά! Να ’ταν  που λαμπύριζαν μέσα στο σκοτάδι και μας άρεσαν; Να ’ταν που διέγειραν ακόμα περισσότερο την  ξεσαλωμένη φαντασία μας; Να ’ταν που αυτά τα πρώτα  βράδια του καλοκαιριού  μας συνέπαιρνε η συγχορδία των γρύλων, των τριζονιών και η φωνή του δυσεύρετου πια γκιώνη; Κι αν με ρωτάς προσωπικά, θα σου πω, ότι η πιο πολύ χαρά μου ήταν που συνέδεα τον ερχομό τους με το κλείσιμο των σχολείων.   

  «Όχι, ματάκια μου, τα φώτα της ΔΕΗ που βλέπεις εσύ καμιά φορά να τρεμοσβήνουν από μεγάλη απόσταση, δε μοιάζουν ίδια με τις κωλοφωτιές. Δε σου μετεωρίζουν την ψυχή.»

  • Του Κώστα Σαλαγιάνη: Του Κώστα Σαλαγιάνη

Ο νερόμυλος του Κρυονερίου

Ο νερόμυλος του Κρυονερίου

Ο Νερόμυλος δημιουργήθηκε το 2000 απο τον...

"Το ζεύκι"

Παρουσίαση ταβέρνας "Το ζεύκι" στον Βαθύκαμπο Άρτας    

Άραχθος Χαγιάτι

Άραχθος Χαγιάτι

Το Ξενοδοχείο ''Άραχθος Χαγιάτι'' βρίσκεται στην Φτέρη...

Οινοποιείο Κώστα Βασιλείου

Οινοποιείο Κώστα Βασιλείου

Επισκεφθήκαμε το οινοποιείο του Κώστα Βασιλείου στον...

Καφενείο πλατείας Ναζαίων Κώστα Καλιακάτ…

Καφενείο πλατείας Ναζαίων Κώστα Καλιακάτσου

Τις Απόκριες επισκεφτήκαμε και εμείς το καφενείο...

kalesma