Μικρές στιγμές - τεύχος 171, Οκτ. 2010
Καλοκαίρι στο χωριό. Αλλά κι εκεί το καλοκαίρι είναι πρώτα για τους νέους. Τους αληθινά νέους. Αυτούς που μπορούν να ξενυχτήσουν και να ξυπνήσουν χωρίς να χρειάζονται υποστηρικτικά από καφέδες και τσιγάρα για να συνέρθουν. Σ’ όσους δε φλερτάρουν ακόμα με τις μονιμότητες. Κι οι «υποχρεώσεις» εξακολουθούν να παραμένουν ως άγνωστη λέξη στο λεξιλόγιό τους.
Εμείς, οι υπόλοιποι, θα κρατήσουμε απ’ το καλοκαίρι –πέρα από κάποια πανηγύρια- τη δροσιά των πρωινών ξυπνημάτων. Τον πρωινό αργόσυρτο καφέ καθώς κι αυτόν στο σούρουπο. Το τάβλι ή τη δηλωτή στο καφενείο. Τη γεύση από την ντομάτα και το αγγούρι καθώς και το δέντρο που μεγάλωσε με τη δική μας φροντίδα. Άντε και καμιά ανέμελη κουβέντα σε μια βόλτα στο φεγγαρόφωτο με τα πόδια. Για τα υπόλοιπα, ας μιλήσουν οι νέοι. Και τούτο το φύλλο του Αράχθου έχει πολλές από τις νεανικές καλοκαιρινές δραστηριότητες.
Σαράντα μέρες έμεινα το καλοκαίρι στο χωριό, τρία μόνο μεσημέρια βούτηξα στα νερά του Αράχθου. Η αλήθεια είναι πως τον περισσότερο καιρό ήταν μουντά. Με εξαίρεση τη βδομάδα του Δεκαπενταύγουστου, όπου φαίνεται ότι τα εργοτάξια δε δούλευαν.
Ένα τέτοιο απομεσήμερο κατέβηκα στο ποτάμι από τη μεριά που είναι τα πλατάνια και το γήπεδο της Σκούπας. Μια μικρή αμμουδιά που είχε φτιάξει φέτος εκεί ο Άραχθος ήταν καταλυμένη από καμιά δεκαπενταριά νεολαίους, ο μεγαλύτερος των οποίων δε θα ξεπερνούσε τα εικοσιπέντε. Βούτηξα δυο τρεις φορές και ξάπλωσα για λίγο στα χαλίκια. Μ’ έκοβαν κάτι πέτρες κι όσο κι αν σηκωνόμουνα να τις στρώσω, πάλι αβόλευτος έμενα. Ο ήλιος μ’ έκαιγε και σκεφτόμουνα ότι κακώς δεν είχα πάρει μαζί μου καπέλο κι γυαλιά. Τα γέλια κι η φασαρία από δίπλα, που στην αρχή μου φάνηκαν ευχάριστα, με την ώρα άρχισαν να μου φαίνονται ενοχλητικά.
Πάνω που αναρωτιόμουνα, αν ήθελα πραγματικά να μείνω κι άλλο, ήρθε στο νου μου η εντιμότητα της Λαΐδας. Της διάσημη εκείνης εταίρας της αρχαίας Κορίνθου, που σαν εξάνοιξε και είδε αντικρύ στα μάτια της την πρώτη χαρακιά, απόστρεψε το πρόσωπο, έσπασε τον καθρέφτη και πια δεν ξανακοιτάχτηκε. Σηκώθηκα χαμογελώντας και τράβηξα για το σπίτι μου.
Δυο γάμοι στο εκκλησάκι του Αϊ Γιώργη της Ράμιας, δίπλα στο ποτάμι στο έμπα του χωριού και μάλιστα μέσα σε διάστημα δεκαπέντε ημερών, αποτελούν είδηση. Αν σκεφτούμε ότι πάνε δυο χρόνια –αν δεν κάνω λάθος- από τότε που έγινε ο τελευταίος γάμος στο χωριό, της Ελεάνας, του Αλέκου από τη Φτέρη.
Ο πρώτος, της Έλενας Σφήκα και του Κωστή Τσιβόλα, στις 12 Ιουλίου και ο δεύτερος, της Αλέκας Τσιβόλα και του Νίκου Θωμά από τη Μικροσπηλιά στις 27 του ίδιου μήνα. Όταν δυο νέα παιδιά, ο Κωστής κι η Έλενα, που γεννήθηκαν, μεγάλωσαν και δουλεύουν στην Αθήνα, αποφασίζουν να κάνουν το γάμο τους στο χωριό, όχι ως φολκλόρ αλλά από αγάπη για τον τόπο τους, τότε αυτό είναι καλή είδηση. Κι όταν δυο άλλα νέα παιδιά, ο Νίκος κι η Αλέκα αποφασίζουν να ζήσουν στον τόπο που γεννήθηκαν, τότε κι αυτό είναι καλή κι ελπιδοφόρα είδηση.
Κράτησα πολλά από αυτούς τους γάμους. Άλλωστε μ’ αυτά τα παιδιά με συνδέει εκτίμηση φιλία και συγγένεια. Το τελευταίο που κρατάω είναι οι χαμηλοί τόνοι και η διακριτικότητα με την οποία με απέφυγαν, όταν ζήτησα φωτογραφίες του γάμου τους για την εφημερία.
Όταν πεθαίνει ένας νέος άνθρωπος, τότε φαίνεται η αδυναμία και η γύμνια που έχουν τα λόγια. Έφυγε η Μαίρη στις αρχές του Σεπτέμβρη. Είχα λόγους να αισθάνομαι υποχρεωμένος σ’ αυτή και τον άντρα της το Δημήτρη, όταν πριν από μερικά χρόνια σε μια εγχείρηση της μάνας μου στα Γιάννενα ήταν κάθε μέρα δίπλα της στο νοσοκομείο. Κι ας μη μας συνέδεε και τότε καμιά ιδιαίτερη συγγένεια ή σχέση. Μετά ξαναχαθήκαμε.
Θέλω να αποφύγω να πω κι άλλα συνηθισμένα –σ’ αυτές τις περιστάσεις- λόγια για τη Μαίρη. Δεν της ταιριάζουν. Ένα απλό πράγμα θέλω να πω: «Μαίρη, σε τιμούμε. Κάποιοι μπορεί να μην «έκατσε» να έρθουμε να σου πούμε από κοντά το τελευταίο αντίο, αλλά ένα βράδυ εκείνες τις μέρες που βρεθήκαμε στην Αθήνα, σου κρατήσαμε συντροφιά συζητώντας για σένα. Από αυτή την παρέα, δε θα βρεις πολλούς να πιστεύουν στη μεταθανάτια ζωή. Αλλά, αν κάνουμε λάθος και μας παρακολουθούσες, τότε εσύ θα ξέρεις το πώς νιώθαμε και το τι είπαμε…»
- Του Κώστα Σαλαγιάνη: Του Κώστα Σαλαγιάνη



