Μικρές στιγμές - τεύχος 172, Ιαν. 2011
Δεν ήταν χειμώνας ετούτος, φέτος τα Χριστούγεννα στο χωριό. Κάτι «λάιτ» ήταν. Μια εκδοχή του άχρωμη και άγευστη. Μπερδεμένος ο καιρός, άρρωστος.
-Εδώ, έβρεχε συνέχεια τις προηγούμενες μέρες. Να κρατήσει, μπας και στεγνώσουμε λίγο…, μου είπε η αδερφή μου, φτάνοντας στο χωριό, το βράδυ της επόμενης των Χριστουγέννων.
Κατέβηκα από την Πύλη Τρικάλων και στη διαδρομή, μέσα από τα βουνά, ψιλόβρεχε. Μια βροχή αδύναμη και ξεθυμασμένη, Έπεφτε όμως σ’ ένα τόπο, που ήταν ήδη φορτωμένος από βροχές.
Περίμενα να δω πνιγμένες στο χιόνι, τις κορφές των Τζουμέρκων. Δεν είχαν περάσει, παρά λίγες μέρες, από τότε που -έμαθα ότι- στο χωριό, ξύπνησαν το πρωί με χιόνι.
Ελάχιστα έμοιαζαν αυτά που είχα στη φαντασία μου, με όσα συναντούσα.. Μόνο ψηλά στα Τζουμέρκα είχε λίγο χιόνι και το Ξηροβούνι τελείως άδειο. Το ίδιο βράδυ μάθαινα, ότι μια «πασπάλα» ήταν αυτό που έριξε στο χωριό. Tην «πήρε» μάλιστα και γρήγορα, προτού μεσημεριάσει.
Βγήκα μια βόλτα την επόμενη μέρα, κατά τις έντεκα. Ένας πεντακάθαρος ουρανός σε προδιέθετε θετικά. Να βγεις έξω, να κινηθείς μέσα στη φύση. Ο ήλιος έπεφτε μέσα στις λιμνούλες και το φως που αντανακλούσε στο νερό λαμπύριζε. Γεμάτα τα χωράφια με φυσικά λαμπιόνια.
Περπάτησα λίγο, αλλά άρχισε να με πιάνει μια δυσφορία. Έβγαλα το μπουφάν κι έμεινα με το πουλόβερ. Βελτιώθηκε κάπως η κατάσταση, αλλά προσωρινά. Ένιωθα να ιδρώνω και να κολλάω. Είχε πολλή υγρασία. Ειδικά στα σημεία που δε βάραγε καθόλου ο ήλιος, ήταν τόση, που νόμιζες πως έτσι να κάνεις μια με το χέρι σου, θα τη φυλακίσεις μέσα στη χούφτα σου. Ο ήλιος ζέσταινε αρκετά, περισσότερο από το συνηθισμένο της εποχής. Αυτή η ζέστη, αντί να με ευχαριστεί, μου προκαλούσε απέχθεια. Σε συνδυασμό με την υγρασία, μου φαινόταν αφύσικος καιρός, άρρωστος.
Ζέστη και υγρασία μαζί, δεν είναι κάτι ασυνήθιστο για το χωριό. Τις άλλες εποχές, δε με πειράζει ιδιαίτερα Μέσα όμως στο χειμώνα, με χαλάει. Δε μου ταιριάζει.
Μ’ έπιασε μιζέρια και απογοήτευση Όλα άρχισαν να μου φαίνονται μελαγχολικά. Τα μουσκεμένα κλαδιά, οι λάσπες, το παντελόνι μου που λερώθηκε, η νερουλιασμένη ατμόσφαιρα γύρω μου. Αναρωτήθηκα, -για πρώτη φορά εδώ και χρόνια- μήπως είναι τελικά πολλές, οι δώδεκα μέρες που προγραμμάτιζα να καθίσω στο χωριό.
Μέσα στη μιζέρια, έγιναν μελαγχολικές και οι σκέψεις μου:
«Ελάχιστοι ήρθαν φέτος τα Χριστούγεννα στο χωριό…». Λες να φταίει, τόσο πολύ, η κρίση;
«Πάει χάλασε η ατμόσφαιρα…», επιμένει συχνά ο γαμπρός μου, ο οποίος ζει μόνιμα στο χωριό. Λες να έχει δίκιο και να μην είναι υπερβολή;
Στο καφενείο που σταμάτησα, με καναδυό τσιπουράκια αραίωσε η μελαγχολία μου. Απρόσμενα για τέτοια ώρα, φτιάχτηκε μια μικρή παρέα. Ως «συνέπεια» ήρθαν κι άλλα τσίπουρα. Ένιωσα να ανακτώ την αισιοδοξία μου. «Εντάξει, με χαλάει ο καιρός, αλλά δεν ήρθε και η καταστροφή!» Εξομολογήθηκα τις σκέψεις μου στην ομήγυρη. Μου έδωσαν όλοι δίκιο. Είναι κάτι κι αυτή η «τσιπουροδικαίωση». Σ’ ελαφραίνει…
Κουβέντα στην κουβέντα, πες ο ένας, πες ο άλλος, αναπολήσαμε αναμνήσεις και φτιάξαμε ωραίες, χριστουγενιάτικες, ατμοσφαιρικές, εικόνες. Εικόνες που τις ζήσαμε στο χωριό και είναι πραγματικές. Όχι μόνο τα παλιά χρόνια, αλλά σχετικά πρόσφατα. Και μάλλον –καλά να ’μαστε- θα τις ξαναζήσουμε και στο μέλλον...
Να είναι ξάστερος ο ουρανός και σα βραδιάζει να πιάνει μια παγωνιά που ξυρίζει. Το πρωί που ξυπνάς, να είναι όλα παγωμένα και το χώμα ν’ ανασηκώνεται μια παλάμη μέσα στα χωράφια. Να πατάς και να τρίζει κάθε σου βήμα. Να ψάχνεις τζάκι να χωθείς για να χουχουλιάσεις, ώσπου να πάει δέκα-έντεκα η ώρα, να βαρέσει για τα καλά ο ήλιος, ν’ αρχίσει να ξεπαγώνει ο τόπος. Και όπου υπάρχει «ζερβό», να μην προλαβαίνει όλη μέρα να ξεπαγώσει. Αυτό, ναι, το γουστάρουμε! Είναι χειμώνας.
Άλλοτε να βρέχει συνέχεια για πολλές μέρες. Από το βράδυ ως το πρωί κι από το πρωί ως το βράδυ. Να πάει να ξεκόψει, ν΄ ανοίξει για λίγο ο ουρανός, αλλά να μην μπορεί και να επανέρχεται. Να πέφτει όλη τη νύχτα η βροχή, δυνατή και παγωμένη. Και πιο σπάνια ν’ ακούς μέσα στο σκοτάδι ένα μπουμπουνητό σιγανό και παρατεταμένο. Σημάδι, πως ο καιρός φορτώνει κι άλλο και δεν πρόκειται να κόψει εύκολα. Αυθόρμητα τότε ξυπνάνε μέσα στη νύχτα όλα τα αρχέγονά σου ένστικτα και χώνεσαι πιο βαθιά στα σκεπάσματα. Τυχερός και αυτάρκης που, τέτοιες ώρες, έχεις τη θαλπωρή και τη ζεστασιά τους. Ναι, αυτό μας αρέσει! Είναι πραγματικός χειμώνας!
Δεν πάνε παρά δυο-τρία χρόνια πριν, που είχε τύχει να είναι γεμάτα χιόνι τα βουνά από τη Ράμια και τη Νησίστα. Το βράδυ να κρατάς την κουρτίνα λίγο τραβηγμένη, για να βλέπεις -όποτε ξυπνάς μέσα στη νύχτα-, αν το χιονόνερο έγινε «σπίθες» και το στρώνει και σε μας. Μπορεί τότε, τελικά, να μη το ’στρωσε, αλλά δεν απογοητευόσουνα. Το χειμωνιάτικο σκηνικό, σου ξανάφτιαχνε τη διάθεση. Χριστουγεννιάτικη διάθεση!
Λίγο πιο χειμωνιάτικος έγινε ο καιρός τις επόμενες μέρες. Πραγματικό όμως χειμώνα, δε χαρήκαμε. Χαρήκαμε όμως τα βράδια μπόλικα τσίπουρα και κρασάκια. Συμπληρώσαμε όλα τα κενά και δεν αφήσαμε τον καιρό να μας ξαναχαλάσει.
Στις εποχές που ζούμε, με τόσα πολλά προβλήματα γύρω μας, δεν πάει να μην περνάμε καλά. Ειδικά στο χωριό. Τη χρωστάμε, αυτή την ανάπαυλα στον εαυτό μας. Για να αντέχουμε όλα τα υπόλοιπα!
- Του Κώστα Σαλαγιάνη: Του Κώστα Σαλαγιάνη



