Μικρές στιγμές - τεύχος 181, Απρ. 2013
Δεν αγοράζω πλέον εφημερίδα τις καθημερινές, παρά μόνο τα Σαββατοκύριακα. Τις σελίδες με τα οικονομικά ένθετα, παλιότερα, τις βαριόμουνα κι ούτε καν τις ξεφύλλιζα. Τώρα όλο και κάτι διαβάζω από τα οικονομικά. Προσπαθώ, αλλά δεν μπορώ, ν’ απαντήσω σε ένα ερώτημα: «Πόσο έχουμε φτωχύνει ως κοινωνία; Σε ποια δεκαετία έχουμε πισωγυρίσει;» Με τα επίσημα στοιχεία η χώρα μας έχει χάσει το 25% του ΑΕΠ της. Δηλαδή, έχουμε γυρίσει στις αρχές της δεκαετίας του 2000; Δε θα ήταν και τόσο άσχημα τα πράγματα, αν ήταν ακριβώς έτσι. Όλοι μας, όμως, ξέρουμε, ότι είναι χειρότερη η κατάσταση. Πόσο χειρότερη; Εξαρτάται πρώτα απ’ όλα, από το εάν έχει κάποιος δουλειά ή είναι άνεργος.
Τις προάλλες διάβαζα ένα άρθρο που αναφερόταν, σε λιποθυμίες μαθητών στα σχολεία από την ασιτία. Παρουσίαζε κάπως τραγικά τα στοιχεία. (Έχω διαβάσει για το θέμα αυτό και πιο ρεαλιστικά άρθρα). Το γνωρίζω αρκετά καλά αυτό το ζήτημα, γιατί δουλεύω πολλά χρόνια στα δημοτικά σχολεία της Αθήνας, σε μια λαϊκή συνοικία, όπως είναι τώρα η Κυψέλη. Υπάρχει όντως πρόβλημα ασιτίας παιδιών και το σχολείο είναι ένας καθρέφτης, μιας κι αποτελεί ένα καλό δείγμα σχετικά με την οικονομική δυσκολία. Επειδή, ότι και να κόψει ο γονιός, το φαγητό των παιδιών του, είναι το τελευταίο που θα περιορίσει. Προτιμώ λοιπόν να παρουσιάσω την πραγματικότητα με απόλυτους αριθμούς, για να βγάλει ο καθένας τα δικά του συμπεράσματα. Περιττό δε να πω, ότι πριν από 2-3 χρόνια, δεν πέρναγε ποτέ από το μυαλό μας, ότι θα έρθει στιγμή που θα αντιμετωπίζαμε τέτοιες καταστάσεις.
Το σχολείο που είμαι τώρα, έχει 240 μαθητές. Είναι ένα συνηθισμένο σχολείο των λαϊκών συνοικιών. Κάτι παραπάνω από τους μισούς μαθητές είναι αλλοδαποί, κυρίως από Αλβανούς γονείς, με πολλά χρόνια παραμονής στην Ελλάδα. Φέτος μοιράζουμε καθημερινά φαγητό, (που μας το στέλνει ο Δήμος Αθηναίων), σε 15 μαθητές, οι οποίοι αντιστοιχούν σε 10 οικογένειες. Από αυτές τις οικογένειες, οι 4 είναι ελληνικές. Σ΄ αυτές τις οικογένειες μοιράζουμε μερικές φορές και τρόφιμα, όταν καταφέρνουμε και συγκεντρώνουμε από διάφορες προσφορές. Εκτιμώ ότι πρέπει να υπάρχουν ακόμα 5-6 οικογένειες, οι οποίες είναι στα όρια για τέτοιου είδους βοήθεια, αλλά από ντροπή δεν εκδηλώνονται.
Αυτή είναι η φωτογραφική απεικόνιση της πραγματικότητας του σχολείου μου. Παρόμοια είναι η κατάσταση στις περιοχές του Γκύζη, του Πολυγώνου, των Αμπελόκηπων κτλ. Όμως, στο κέντρο της Αθήνας, είναι πολύ χειρότερα τα πράγματα. Εκεί υπάρχουν πολλοί περισσότεροι αλλοδαποί μαθητές στα σχολεία (σε ποσοστό 80% ή και 90% ) και μάλιστα από γονείς από το Πακιστάν, το Αφγανιστάν και τις χώρες της Αφρικής, οι οποίοι έχουν λίγα χρόνια παραμονής στην Ελλάδα. Ένας μικρός αριθμός από αυτούς στεγάζονται σε ιδρύματα της εκκλησίας. Σαφώς κι είναι αρκετά καλύτερη η εικόνα στα βόρεια ή στα νότια προάστια. Θέλω επίσης να πιστεύω, ότι στα χωριά μας τα πράγματα είναι ακόμα κάπως καλύτερα σε σχέση με την Αθήνα. Τουλάχιστον για τους Έλληνες γονείς.
Τούτη η κατάσταση που ζω κάθε μέρα, μου ξυπνάει συχνά αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων από το χωριό. Πήγα για πρώτη φορά σχολείο το 1966. Δεν πρόλαβα να δω ξυπόλητους μαθητές, παρά μόνο σε φωτογραφίες, μιας πενταετίας νωρίτερα. Πρόλαβα όμως τα συσσίτια. Το πλιγούρι, δεν μπορούσα με τίποτα να το καταπιώ, όσο κι αν με πίεζε ο δάσκαλος. Χρειάστηκαν να περάσουν πολλά χρόνια για να μπορέσω να ξαναβάλω φαγητό στο στόμα μου που περιείχε πλιγούρι.
Την προηγούμενη βδομάδα, ήρθε ένα κοριτσάκι στο γραφείο μου για να μου παραπονεθεί: … «ο Νίκος από τη Β΄ τάξη, πέταξε στο διάλειμμα το παπούτσι του και με χτύπησε λίγο στο πρόσωπο». Πνιγμένος μέσα στη διεκπεραίωση της καθημερινής γραφειοκρατίας, (ως διευθυντής), δεν είχα το χρόνο να ασχοληθώ προσωπικά με τέτοιο θέμα. «Να το πεις στους δασκάλους, που είναι στην αυλή εφημερία», της απάντησα. « Το είπα, αλλά η κυρία δεν του ’κανε παρατήρηση», επέμεινε. « Καλά, πες του να έρθει σε μένα»….
Με τον που τον είδα, (γνωστός φασαριόζος ο Νικολάκης), του έβαλα τις φωνές. Αυτή τη φορά, βούρκωσε και μου ’κανε εντύπωση. Τον ξέρω, είναι «σκληρός» και δε χαμπαριάζει εύκολα από παρατηρήσεις. «Πες μου, γιατί το ’κανες», του λέω κι εγώ μαλακά. «Μου ’φυγε το παπούτσι, κύριε», απαντάει και τον πήραν τα δάκρυα. Κοιτάζω, τι να δω! Κάτι αθλητικά που φόραγε, δε φτάνει που ήταν μισοχαλασμένα, ήταν και δυο νούμερα μεγαλύτερα! (Είναι παιδί πενταμελούς οικογένειας, αλλά όχι από αυτές που σιτίζουμε. ) Τα παράτησα όλα και τον πήρα αγκαλιά…
Πρέπει να ήταν Απρίλης του 1972, γιατί πήγαινα στην έκτη τάξη. Κόντευε το Πάσχα και η μάνα μου, μετά από πολύμηνη γκρίνια μου, αποφάσισε να μου πάρει τα πρώτα αθλητικά παπούτσια. Κάτι μαύρα με τάπες αποκάτω. Μέχρι τότε, μόνο «τένες» (πάνινα φτηνά αθλητικά) είχα φορέσει. Τι να πεις όμως, για κείνη την εποχή. Η μάνα μου, όταν πήγαινε στην εκκλησία, τα «καλά» της παπούτσια τα φορούσε λίγο προτού φτάσει, για να μη χαλάσουν από το περπάτημα. Τα καθημερινά τα έκρυβε μέσα στις «τούφες», για να τα φορέσει ξανά στην επιστροφή. Αν έψαχνες, γύρω από την εκκλησία, θα ΄βρισκες κι άλλα πολλά τέτοια παπούτσια κρυμμένα…
Με το που μου έφερε από την Άρτα εκείνα τα παπούτσια, δεν ήξερα τι ήταν περισσότερο. Η χαρά μου που τα έβλεπα ή η στενοχώρια μου που ήταν δυο νούμερα μεγαλύτερα!... «Δε βρήκα στο νούμερο!», μου είπε για να με παρηγορήσει. Προφανώς όμως η μάνα μου, σκέφτηκε, ότι αφού ήταν πιο ακριβά, να μου τα πάρει λίγο μεγαλύτερα, για να μπορώ να τα φοράω κι όταν «μεγαλώσει» το πόδι μου. «Μην τα φοράς, θα σου τα αλλάξω, όταν ξανακατέβει ο πατέρας σου στην Άρτα», μου είπε, αφού είδε τη στενοχώρια μου. (Αυτό πρακτικά σήμαινε, τουλάχιστον 1-2 μήνες καθυστέρηση). Δεν κρατήθηκα, έχωσα κάτι πανιά μπροστά και τα φόρεσα. Τι το ’θελα! Πέρα από την κοροϊδία που έτρωγα, μου χάλασαν μέχρι τον Ιούνιο. Κόπηκαν μπροστά, στο σημείο που τελείωναν τα δάχτυλα κι άρχιζαν τα πρόσθετα πανιά…
Η ειλικρινής συνέχεια της ιστορίας με τον «άτακτο» Νικολάκη είναι η εξής: Είχα σκεφτεί, ότι σε 4-5 μέρες που θα πληρωθώ το δεκαπενθήμερο, θα τον πάρω να πάμε να του αγοράσω ένα ζευγάρι καλά, αθλητικά παπούτσια. Με πρόλαβε 2 μέρες αργότερα. Ήρθε κάποια στιγμή, καθώς περνούσα από την αυλή, με αγκάλιασε και μου ’δειξε τα καινούργια του παπούτσια. Ένιωσα ένα μάγκωμα μέσα μου, επειδή ολιγώρησα...
Αυτή είναι η κατάσταση για όλους μας. Και για μας, που «είμαστε τυχεροί» και πληρωνόμαστε ακόμα με έναν πιο «αξιοπρεπή» μισθό, σε σχέση με τον κατώτατο. Να σκεφτόμαστε, δηλαδή, για ένα απρόβλεπτο έξοδο, της τάξης των 40-50 Ευρώ...
Σε ποια δεκαετία άραγε έχουμε γυρίσει;

- Του Κώστα Σαλαγιάνη: Του Κώστα Σαλαγιάνη



