Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2013 10:33

Μικρές στιγμές - τεύχος 182, Ιουλ. 2013

Έλεγα πως, όσο μεγαλώνω και πίσω μου θα «μακραίνει των χρόνων η ουρά», τόσο θα αυξάνονται τα δεδομένα πάνω στα οποία θα στηρίζεται η ζωή μου. Πίστευα ότι, περνώντας τα χρόνια, δε θα ’χω να νοιάζομαι για πολλά. Τα είχα άλλωστε δρομολογήσει έτσι τα πράγματα, ώστε να μην έχω και πολλά άγχη να κουβαλάω. Για λεφτά δε μ’ ένοιαζε να έχω περισσότερα. Όσα έπαιρνα απ’ τη δουλειά μου ως δάσκαλος, (και όσα υπολόγιζα μελλοντικά ως σύνταξη), μου αρκούσαν για τον τρόπο ζωής που είχα επιλέξει.. Είχα δε και τη συνείδησή μου ήσυχη, γιατί τα χρήματα που έπαιρνα από το κράτος τα δούλευα, όσο πιο συνειδητά μπορούσα.

 

Κάπως έτσι κυλούσαν, τακτοποιημένα, τα χρόνια και το μόνο που φαινόταν, ότι δεν μπορεί εύκολα να τακτοποιηθεί, ήταν οι διακυμάνσεις της ψυχής. Πολλές φορές στις συζητήσεις μου με φίλους, μεταξύ σοβαρού και αστείου, κάναμε μελλοντικά σχέδια για τη «σωτηρία της ψυχής». (Εφόσον βέβαια είχαμε καλά την υγεία μας). Ώσπου ήρθε η οικονομική κρίση κι άλλαξε τον ορίζοντα των γεγονότων της ζωής μας. Και κατ’ επέκταση, άλλαξαν προτεραιότητα και οι συζητήσεις μας.

 

Στην αρχή δεν μπορούσα να διανοηθώ, ότι θα επηρέαζε τόσο πολύ τη ζωή μας. Μέχρι και πριν από ένα χρόνο πίστευα πως, όλα αυτά τα δυσάρεστα που ζούμε, είναι μια μπόρα και μ’ ένα σοβαρό νοικοκύρεμα θα μαζευτεί η κατάσταση. Μάλιστα, ήθελα να πιστεύω, πως θα μαζευτεί πολύ γρήγορα και η Ελλάδα θα εκπλήξει θετικά τον κόσμο. Τώρα πια δεν το πιστεύω. Αντίθετα, θεωρώ πολύ πιθανό να χειροτερέψουν κι άλλο τα πράγματα.

Δίπλα από το σχολείο που δουλεύω, στην Κυψέλη, έχει ένα βιβλιοπωλείο με το οποίο συνεργάζομαι. Περνάω καμιά φορά από εκεί τα απογεύματα και πίνουμε καμιά τσικουδιά. Ένας λεβέντης Κρητικός είναι ο Γιάννης, ο ιδιοκτήτης του. Ένας «έφηβος», καμιά εξηνταριά χρονών. Σπούδασε οικονομικά και η γυναίκα του δικηγόρος, αλλά ποτέ δεν καταπιάστηκαν με το επάγγελμα που σπούδασαν. Ανοίξανε αυτό το βιβλιοπωλείο στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Το υποστηρίξανε με συνέπεια και μεράκι και βγάζανε ένα αξιοπρεπές εισόδημα. «Τώρα πια δε βγαίνουμε με τίποτα!» μου λέει. «Κυνηγάμε τη δουλειά, περισσότερο από ποτέ, αλλά πάλι δε γίνεται τίποτα.» Μεταβίβασε λοιπόν το μαγαζί στο όνομα της γυναίκας του κι αυτός θα περνάει τον περισσότερο καιρό στην Κρήτη, όπου εκεί έχει κάποια κτήματα και θα καλλιεργεί τις ελιές του.

 

Μαζί κάνουμε σχέδια για αγροτικές εργασίες με τις οποίες θα μπορούσαμε να ασχοληθούμε. Μπήκα κι εγώ σ’ αυτή τη λογική και σκέφτομαι, παίρνοντας σύνταξη, να ασχοληθώ με κάτι αγροτικό. Δε μ’ έπιασε ξαφνικά η πλεονεξία και θέλω περισσότερα λεφτά, αλλά θεωρώ πλέον βέβαιο, πως οι συντάξεις θα μειωθούν στο μέλλον δραματικά. «Κοίτα να δεις που φτάσαμε…», του λέω. «Να σκεφτόμαστε ακόμα ποια δουλειά θα κάνουμε και τι θα γίνουμε όταν μεγαλώσουμε…».

 

Φυσικά και, για να έχουμε την αίσθηση της πραγματικότητας, το μεγάλο πρόβλημα που προέκυψε από την οικονομική κρίση, δεν είμαι εγώ κι όσοι σαν κι εμένα παίρνουν ακόμη ένα μισθό. (Εμείς, ας ζήσουμε και με λιγότερα). Το πρόβλημα είναι οι νέοι άνθρωποι που δεν μπορούν να βρουν με τίποτα δουλειά κι όσοι έμειναν άνεργοι και χάσανε τα πάντα. Κι από τέτοιους γέμισε ο τόπος.

 

Προχθές εκεί που καθόμασταν και πίναμε μια ρακή, πέρασε ένας και πουλούσε κουλούρια. Τον ήξερε ο Γιάννης, μίλησαν για λίγο, αγοράσαμε κι από ένα κουλούρι. Φεύγοντας, μου διηγήθηκε την ιστορία του. Μια ιστορία από αυτές που, δυστυχώς, έγιναν συνηθισμένες τον τελευταίο καιρό. Ένας τύπος ήταν, Έλληνας, που είχε μαγαζί με ρούχα στην Κυψέλη. Κάτι τα δάνεια, κάτι αναποδιές, περισσότερο η αναδουλειά, έκλεισε το μαγαζί και για να ζήσει πουλάει κουλούρια.

 

Κράτησα απ’ αυτό τον άνθρωπο μια αξιοπρέπεια που είχαν τα μάτια του, όταν σε κοίταζαν και μια αυτοσαρκαστική διάθεση χιούμορ, με την οποία μας είπε: «Τώρα πια, επένδυσα όλη την περιουσία μου σ’ αυτό τον ταβά με τα κουλούρια!»

 

- Πόσα χρόνια έχεις να δεις, να περνάει κουλουράς στην Κυψέλη; με ρώτησε ο Γιάννης.

Μ’ αιφνιδίασε, δεν ήξερα τι να του απαντήσω.

 

- Στο κέντρο, μου φαίνεται ότι έχω δει, αλλά εδώ στη συνοικία, δε θυμάμαι...

 

- Εγώ, έχω από το εβδομήντα εδώ και δεν έχω ξαναδεί. Να δεις που σε λίγο θα δούμε να βγαίνουν και λούστροι στο δρόμο.

Είπα να του πω «ποιος να βερνικώσει παπούτσια στο δρόμο;», αλλά το κράτησα και δεν είπα τίποτα.

 

- Άντε , να πιούμε μια ρακή ακόμα, είπε, και γέμισε τα ποτήρια.

Καλή ρακή, δικιά του, σπιτικιά και προσεγμένη. Κι εγώ για τη συνέχεια, του δηγήθηκα μια ιστορία που ξεπήδησε από τις αποθήκες της μνήμης μου. Χωρίς αυτό το συμβάν, δεν ξέρω αν θα τη θυμόμουνα ποτέ, τόσο καταχωνιασμένη ήταν.

 

- Ξέρεις, όταν ήμουνα πέντε-έξι χρονών στο χωριό, πίστευα ότι όσοι είχανε ένα πάγκο στα πανηγύρια και πουλάγανε κάτι, ήταν από τους πιο πλούσιους ανθρώπους, γιατί είχανε στη διάθεσή τους όλα αυτά που εγώ λαχταρούσα. (Τη διαφορά ανάμεσα στο εμπόριο και την ιδιοκτησία, δεν μπορούσα ακόμα να τη διανοηθώ.) Μη φανταστείς τίποτα σπουδαία πράγματα. Καραμέλες, τσίχλες, μπισκότα, κάτι μικρές τσαμπούνες, τέτοια μικροπράγματα δηλαδή. Τέτοιους ανθρώπους είχαμε τρεις-τέσσερις, που πηγαίνανε στα πανηγύρια και στήνανε πάγκους. Ο μπάρμπα Νίκος-Μαργώνης (Τσιάκαλος), ο Γιώργο- Φλούδας (Καραμαντάλας), ο Πέτρο-Φούκας, ο Δημοσθένης –Λαμπράκης, αν θυμάμαι καλά.

 

Μια φορά που είχε πανηγύρι στους Ναζαίους, είχαμε πάει με την αδερφή μου και τους γονείς μου. Η μάνα μου, μας αγόρασε κάτι καραμέλες στριφτές, που έφτιαχνε μόνος του ο Φλούδας. Σε μένα πήρε και μια μικρή τσαμπούνα, που τη φύσαγα όλη την ώρα, στην αδερφή μου δεν θυμάμαι τι ψώνισε.

 

Εκεί που τριγύρναγα ευτυχισμένος και τσαμπούναγα μαζί με τους πολλούς άλλους της ηλικίας μου, έπεσε το μάτι μου σ’ έναν πάγκο, όπου είχε ένα κουβάρι γκρι λάστιχο για σφεντόνες. Εγώ είχα μια σφεντόνα με μαύρο λάστιχο, που είχε αρχίσει και έκανε κάτι ρωγμές, σημάδι ότι ήταν στα τελευταία του κι όπου να ’ταν θα κοβόταν. Δεν θυμάμαι γιατί, αλλά μες το μυαλό μου θεωρούσα το γκρι λάστιχο ανώτερης ποιότητας. Μπορεί να ήταν και αλήθεια. Εκεί λοιπόν που είχα καρφώσει τα μάτια μου και το χάζευα, πέρασε ένα παιδί με κάποιον μεγαλύτερό του, που μάλλον ήταν θείος του.

 

Ζήτησε να αγοράσει λάστιχο, από αυτό που κοίταζα τόση ώρα κι εγώ. Ο θείος του χαμογελώντας, το ρώτησε αν θέλει να του αγοράσει όλο το κουβάρι. Θα έφτανε, για καμιά δεκαριά σφεντόνες, τόσο ήταν το μέγεθός του. Πλάκα έκανε ο θείος, αλήθεια έλεγε, δεν ξέρω. Κοίταζα αμήχανος τη συνομιλία και απορούσα. Πώς γίνεται να μπορεί κάποιος να αγοράσει ένα ολόκληρο κουβάρι λάστιχο! Προς μεγάλη μου έκπληξη, το παιδί είπε ήρεμα όχι και αγόρασε μόνο ένα κομμάτι. Το κοίταζα καλά καλά και απορούσα πως είναι δυνατόν να αρνήθηκε τέτοια προσφορά! Πρόσεξα τα ρούχα που φορούσε. Ήταν ένα περιποιημένο και καλοντυμένο αγοράκι. Το γνώριζα μόνο από τη φάτσα του, καταγόταν από τους Ναζαίους, εγώ ήμουνα από άλλο συνοικισμό.

 

Τότε που λες, Γιάννη, συνέχισα, νομίζω ότι συνειδητοποίησα για πρώτη φορά στο παιδικό μου μυαλό, αυτό που αργότερα θα λέγαμε ταξική κοινωνία. Μη φανταστείς ότι τότε στο χωριό υπήρχαν μεγάλες κοινωνικές διαφορές, αλλά και στα δεδομένα του τόπου μου, υπήρχε κάποια κλίμακα. Εγώ ανήκα σ’ αυτούς που είχαν ελάχιστα. Ήταν κι αρκετοί άλλοι σαν κι εμένα, μπορώ να πω οι περισσότεροι.

Τι κι αν τράβαγα όλη την υπόλοιπη ώρα τη μάνα μου από το φουστάνι, τι κι αν γκρίνιαζα συνέχεια, είχε η καημένη εξαντλήσει τα διαθέσιμα. Απείλησα ότι δε θα ξαναφάω ποτέ μου τίποτα, αλλά πάλι και με τον εκβιασμό δεν έγινε κάτι. «Έχεις σφεντόνα…», μου απαντούσε. Μου είχε γίνει αυτό το λάστιχο έμμονη ιδέα κι από τα νεύρα μου πέταξα και την τσαμπούνα και χάλασε.

 

Η λύτρωση για μένα έφτασε μια βδομάδα αργότερα. Αναπάντεχα, ήρθε από τη Γερμανία για λίγες μέρες, ο θείος μου ο Βάγιας. Ήταν έκπληξη, γιατί δεν τον περιμέναμε. Μετανάστης ο θείος μου, τον είχα στα μάτια μου ως άρχοντα. Καλοντυμένος, ευχάριστος, γλεντζές τύπος. Κιμπάρης άνθρωπος, ήταν ο θείος μου. Έφυγε τώρα τον Απρίλιο από τη ζωή… Μου αγόρασε όχι ένα, αλλά διπλό λάστιχο. «Να έχεις και για του χρόνου ανιψιέ…», μου είπε. (Ας είναι ελαφρύ το χώμα της Ρόδου που τον σκεπάζει.) Δεν μπορείς να φανταστείς τι χαρά έκανα με κείνο το λάστιχο! Τώρα κι ένα αυτοκίνητο να μου χαρίζανε, δεν υπάρχει περίπτωση να χαιρόμουνα τόσο!

Η λύση τότε , Γιάννη, ήρθε από τη Γερμανία. Τώρα δεν υπάρχει θείος στη Γερμανία. Εσύ τι λες; Μπορούμε να βρούμε, τώρα, κανέναν από κει;

 

- Θα πιεις μια ρακή ακόμα; μου είπε και δεν απάντησε…

  • Του Κώστα Σαλαγιάνη: Του Κώστα Σαλαγιάνη

Ο νερόμυλος του Κρυονερίου

Ο νερόμυλος του Κρυονερίου

Ο Νερόμυλος δημιουργήθηκε το 2000 απο τον...

"Το ζεύκι"

Παρουσίαση ταβέρνας "Το ζεύκι" στον Βαθύκαμπο Άρτας    

Άραχθος Χαγιάτι

Άραχθος Χαγιάτι

Το Ξενοδοχείο ''Άραχθος Χαγιάτι'' βρίσκεται στην Φτέρη...

Οινοποιείο Κώστα Βασιλείου

Οινοποιείο Κώστα Βασιλείου

Επισκεφθήκαμε το οινοποιείο του Κώστα Βασιλείου στον...

Καφενείο πλατείας Ναζαίων Κώστα Καλιακάτ…

Καφενείο πλατείας Ναζαίων Κώστα Καλιακάτσου

Τις Απόκριες επισκεφτήκαμε και εμείς το καφενείο...

kalesma