Μικρές στιγμές - τεύχος 183, Οκτ. 2013
Μέτσοβο- Χαλίκι-Καλαρρύτες- Πράμαντα-Κεντρικό. Μια υπέροχη διαδρομή….
Δύσκολος αποδείχτηκε ο Σεπτέμβριος και η επιστροφή στη δουλειά. Τα προβλήματα περισσότερα από κάθε άλλη χρονιά . Παραπονιόμουνα σε κάποιους φίλους μου και χωριανούς μας που δουλεύουνε στον ιδιωτικό τομέα . Αυτά που άκουγα από τις δικές τους δουλειές, ήταν ακόμα δυσκολότερα. Έπαψα λοιπόν κι εγώ να παραπονιέμαι για τη δουλειά μου στο σχολείο κι αποφάσισα να μιλάω κυρίως για ευχάριστα γεγονότα. Κι έτσι, όταν ήρθε η ώρα να γράψω κάτι σ’ αυτή εδώ τη στήλη, ήρθε στο μυαλό μου αυτή η εκδρομή που έκανα στο τέλος του καλοκαιριού. Την προτείνω ανεπιφύλακτα, γιατί τη θεωρώ μία από τις ομορφότερες διαδρομές που έχω κάνει.
Μέτσοβο-Πράμαντα-Κεντρικό είναι 215 χιλιόμετρα, ξεκινώντας από το χωριό και επιστρέφοντας σ’ αυτό. Άνετα βγαίνει σε μια μέρα και με πολλές στάσεις στο δρόμο. Δε χρειάζεται τζιπ, γιατί όλος ο δρόμος είναι άσφαλτος χωρίς λακκούβες. Προσοχή όμως, γιατί η διαδρομή αυτή είναι μόνο για τους καλοκαιρινούς μήνες, από το τέλος Μαΐου ως το τέλος Οκτωβρίου. Τον υπόλοιπο καιρό ο δρόμος κλείνει από το χιόνι, γιατί περνάει από το όρος Λάκμος (Περιστέρι) σε υψόμετρο 1600-1700 περίπου μέτρων και από τις κορυφές των Τζουμέρκων ( κοντά στην Κακαρδίτσα) σε ύψος 2.000 μέτρων.
Πέμπτη 29 Αυγούστου και στο χωριό μας ελάχιστοι είναι ακόμα οι καλοκαιρινοί του επισκέπτες. Κατά τις 9 το πρωί αναχωρούμε από το χωριό. Ως πρώτη στάση υπολογίζουμε το Μέτσοβο για καφέ. Επιλέγουμε τη διαδρομή για τα Γιάννενα, μέσω του Αμμότοπου. Μέχρι την Εγνατία είναι μία ώρα περίπου και πέντε λεπτά. Την έχω κάνει αρκετές φορές αυτή τη διαδρομή και δε μου προκαλεί ενδιαφέρον. Αφήνομαι να απολαύσω την εφηβική διάθεση του Γιάννη Σφήκα που είναι μαζί μας και ο οποίος μιλάει ακατάπαυστα, σχολιάζοντας τα πάντα.
Μπαίνοντας στην Εγνατία, ο καιρός έχει αλλάξει και κάποια σύννεφα σκεπάζουν τον ουρανό. Ξαφνικά εκεί που βγαίνουμε από μια μικρή σήραγγα, συναντάμε μπροστά μας ένα φθινοπωρινό τοπίο. Βαριά, μαύρα σύννεφα, αρκετή ομίχλη και θερμοκρασία κάτω από 20 βαθμούς. Όσο να απολαύσουμε αυτή την ευχάριστη εναλλαγή του καιρού, φτάσαμε στο Μέτσοβο. Ένα άνετο εικοσάλεπτο, είναι πλέον η διαδρομή από τα Γιάννενα. Βγαίνουμε στην έξοδο του Μετσόβου και όπως ανεβαίνουμε, δεξιά μας, συναντάμε την έξοδο προς Ανήλιο. Από εκεί θα πάμε, αλλά προηγείται ο καφές.
Δέκα και μισή στο Μέτσοβο και ο Γιάννης διαλέγει να καθίσει στον ήλιο, γιατί κρυώνει. Ο σερβιτόρος μας εξηγεί ότι το προηγούμενο απόγευμα είχε βρέξει πολύ δυνατά. Μετά από μια ώρα, αφού πρώτα έχουμε ψωνίσει τραχανάδες, χυλοπίτες, τυρί, μέλι, (επιπλέον κι ένα μαντολάτο ο Γιάννης για τη μάνα του, τη Λάμπρω, –έφυγε το πρωί χωρίς να της πει πού πάει -), αναχωρούμε για το Ανήλιο, το οποίο είναι χτισμένο στα 1.060 μέτρα υψόμετρο στην απέναντι πλευρά του Μετσόβου. Περνάμε κάτω από τη νέα, μεγάλη γέφυρα της Εγνατίας και ανηφορίζουμε για το χωριό. Συναντάμε κάποια ξυλουργεία, τα πρώτα σπίτια και, χωρίς να μπούμε μέσα στο χωριό, βλέπουμε μπροστά μας, δεξιά, την πινακίδα που λέει: Χαλίκι 20 χλμ. Από εδώ ξεκινάει μια διαδρομή, από τις ομορφότερες που έχω δει ποτέ μου.


Πολύ φτωχή η εικόνα για να περιγράψει την πραγματικότητα…
Στην αρχή ο δρόμος είναι επίπεδος και περνάει μέσα από πανύψηλα έλατα που διακόπτονται εδώ κι εκεί από μικρά ξέφωτα. Μας οδηγεί στο πίσω μέρος πλαγιάς, όπου χάνεις κάθε επαφή με τον ανθρώπινο πολιτισμό και μένεις να αναμετρηθείς με το βουνό και το δάσος. Το μόνο που σου θυμίζει ανθρώπινη παρέμβαση, είναι ένας στενός ασφαλτοστρωμένος δρόμος. Σε κυκλώνουν από παντού έλατα, ρέματα και πλαγιές. Η μία πίσω από την άλλη. Αυτό που κάνει την ομορφιά αυτού του δάσους απαράμιλλη είναι οι οξιές που υπάρχουν ανάμεσα στα έλατα και προσθέτουν μια ανοιχτόχρωμη πινελιά στο πράσινο των ελάτων.
Ο ουρανός έχει καθαρίσει από σύννεφα και ο ήλιος παίζει κρυφτούλι. Πότε χώνεται ανάμεσα στα έλατα και πότε κρύβεται πίσω από τις πλαγιές. Νιώθω την αναζωογόνηση των αισθήσεών μου και εκείνη την αίσθηση πως βρίσκομαι ακόμα στις αρχές του καλοκαιριού. Όλα εδώ μοιάζουν πως βρίσκονται διαρκώς στο εφηβικό τους ξεκίνημα. Τόση ομορφιά δεν αντέχεις να την περάσεις με τη μία. Χρειάζεται να σταματήσεις κάπου να ανασάνεις, να μυρίσεις τον αέρα. Να χωνέψει η ψυχή σου το τοπίο. Πράγματι σ’ ένα άνοιγμα του δρόμου, σταματάμε, κατεβαίνουνε και θαυμάζουμε την πλαγιά που είναι απέναντί μας, την οποία σε λίγο θ’ αρχίσουμε να την ανεβαίνουμε. Ο ήχος από ένα ρέμα αποκάτω μας συμπληρώνει με τη μουσική του.
Περνάμε από μια στενή γέφυρα και αρχίζουμε την ανάβαση του όρους Λάκμος, μέσα από τέτοιες πλαγιές. Χωρίς να το καταλάβουμε, οι κουβέντες που ανταλλάσουμε είναι χαμηλόφωνες. Η ομορφιά του τοπίου μας επιβάλλει έναν ξεχωριστό κώδικα επικοινωνίας. Έχουμε χάσει την αίσθηση του χρόνου. Υπολογίζω ότι θα πρέπει να ανεβαίνουμε γύρω στη μισή ώρα συνέχεια, ώσπου παρατηρούμε τα έλατα να αραιώνουν και να προβάλλει μπροστά μας το τοπίο του βουνού. Ήμερες πλαγιές, χωρίς το εκείνο, το τραχύ των Τζουμέρκων. Το χορτάρι φαίνεται να το έχουν βοσκήσει, αλλά πρόβατα δεν φαίνονται πουθενά. Εδώ κι εκεί υπάρχουν μπαλώματα με φτέρες του βουνού. Το χωριό δε φαίνεται πουθενά ακόμα.


Ήμερες οι κορφές στο Περιστέρι. Εδώ δεν υπάρχουν δέντρα, πού και πού μπαλώματα από φτέρες του βουνού.
Είχα την εντύπωση ότι το Χαλίκι (1.150μ μέτρα υψόμετρο) θα ήταν πάνω σε κάποια κορυφή. Αφού διασχίζουμε λίγα επίπεδα χιλιόμετρα σ’ αυτό το υψόμετρο, βλέπουμε το δρόμο να αρχίζει να κατηφορίζει και να ξεφυτρώνουν πάλι κάποια μικρά έλατα και κέδρα. Κάτω στο βάθος φαίνεται μια ρεματιά και εκεί καταλαβαίνουμε ότι βρίσκεται το Χαλίκι. Άλλο χωριό δεν υπάρχει εδώ πάνω. Τότε συνειδητοποιούμε το υψόμετρο στο οποίο βρισκόμαστε. Αυθαίρετα το υπολογίζω στα 1600 με 1700 μέτρα. Κατεβαίνοντας προς το Χαλίκι αυτό που μας κάνει εντύπωση είναι οι όμορφες αγελάδες που βοσκάνε στην άκρη του δρόμου, ακροβατώντας στις πλαγιές.


Κατηφορίζοντας προς το Χαλίκι. Ίσα που φαίνονται κάποια σπίτια στη ρεματιά. Πίσω στο βάθος οι κορφές από τα Αθαμανικά βουνά.
Δε μπαίνουμε μέσα στο χωριό. Το αφήνουμε δεξιά μας και συνεχίζουμε. Λίγο παρακάτω συναντάμε μια γέφυρα που αποκάτω της περνάει ο Αχελώος, ο Ασπροπόταμος, όπως τον λένε οι ντόπιοι. Από εδώ πάνω ξεκινάνε οι πηγές του και στο σημείο αυτό μοιάζει περισσότερο με ένα μεγάλο ρέμα, παρά με ποτάμι. Εκεί συναντάμε και το πρώτο σημάδι ότι πλησιάζουμε προς τα Τζουμέρκα. Στη διασταύρωση που υπάρχει, η πινακίδα δείχνει δεξιά Πράμαντα 43 χλμ. και αριστερά κάποια χωριά των Τρικάλων. Μας περιμένει ακόμα μια ανάβαση, η μεγαλύτερη ως τα 2.000 μέτρα. Στις κορφές των Αθαμανικών αυτή τη φορά.
Ανεβαίνοντας, το τοπίο μοιάζει όλο και πιο πολύ Τζουμερκιώτικο. Πέτρες πάνω στις πέτρες και ελάχιστο χώμα. Πού και πού μαλακώνει κάπως ο τόπος για να αγριέψει ξανά στην επόμενη στροφή. Όποιος έχει ανέβει στα Τζουμέρκα, πάνω από τα έλατα, μπορεί να φανταστεί πώς είναι ακριβώς το τοπίο. Εδώ βασιλεύουν τα γεράκια που συχνά βλέπουμε να πετούν πότε δίπλα μας, πότε αποπάνω μας και πότε τα προσπερνάμε και τα βλέπουμε αποκάτω μας. Κάποια στιγμή μπαίνουμε σε μια μικρή ευθεία και ο δρόμος μας βγάζει στο διάσελο στα 2.000 μέτρα υψόμετρο. Απένατί μας, μακριά στο βάθος φαίνονται τα Πράμαντα και η Στρογγούλα. Δεξιά μας και κάτω στα 10 χιλιόμετρα οι Καλαρρύτες. Αριστερά ο δρόμος συνεχίζει οριζόντια στο βουνό και κατηφορίζει προς Ματσούκι στα 12 χιλιόμετρα, όπως μας πληροφορεί η ανάλογη σήμανση. Πιο όμορφη φαίνεται η διαδρομή προς Ματσούκι. Κάποια φορά, υπόσχομαι στον εαυτό μου, ότι θα την κάνω και θα κατέβω από το Ματσούκι στους Χρηστούς και στα Πράμαντα. Η Κακαρδίτσα, η ψηλότερη κορυφή των Αθαμανικών, στέκεται αριστερά μας και μας κοιτάζει από τα 2.429 μέτρα.
Κατεβαίνουμε για μια ακόμα φορά από το αυτοκίνητο και στεκόμαστε να θαυμάσουμε. Δεν είναι εύκολο να αναμετρηθείς με το βουνό. Σε καταβάλλει και σου επιβάλλεται. Σκορπίσαμε, χωρίς να το πολυσκεφτούμε. Άλλος προς τα πίσω για να αγναντέψει τον τόπο που περάσαμε, άλλος δεξιά σε μια πλαγιά. Έμεινα να χαζεύω μια κορφή, ακριβώς από πάνω μου, σιγοτραγουδώντας: Σ’ αυτές τις ράχες τις ψηλές, λεβέντες μου που πάτε / σας βλέπει ο γεροτσέλιγγας, τα νιάτα του θυμάται… Έτσι μου ’ρχόνταν, να κάνω ένα, να πεταχτώ ως την κορφή της.
Εκεί που περίμενα τους άλλους, είδα στην άκρη του δρόμου ένα πρασινόμαυρο κτίσμα, πολύ αταίριαστο με το τοπίο και τους βράχους γύρω μου. Πλησίασα κι ήταν ένα εικόνισμα. Όμορφη η ιδέα της πέτρινης κατασκευή, αλλά τόσο παράταιρα τα υλικά που χρησιμοποίησε. «Τσίμπλα» στο μάτι μου φάνηκε το κτίσμα, μέσα σ’ αυτό το τοπίο. Δίπλα του μια μεταλλική πινακίδα: Πωλούνται πέτρες Πηλίου κι ένας αριθμός τηλεφώνου από Γιάννενα, μαζί με ένα κινητό. Είπα να τον πάρω τηλέφωνο και να του πω: «Βρε άνθρωπε, το να κουβαλήσεις πέτρες από το Πήλιο στα 2.000 μέτρα στα Τζουμέρκα, δε φταις μάλλον εσύ. Φταίει η αισθητική μας και το ζαβό το ριζικό μας, ως λαός. Αλλά δε ντράπηκες που έβαλες και τη διαφήμιση δίπλα…».
Κατεβήκαμε στους Καλαρρύτες για φαγητό. Δε με εντυπωσίασε το χωριό τόσο όσο μου είχε αρέσει την πρώτη φορά που το επισκέφτηκε, πριν από είκοσι χρόνια. Δεν άλλαξε κάτι, παραμένει η παραδοσιακή πέτρινη ομορφιά του, αλλά μου φάνηκε στάσιμο κι αφρόντιστο. Αξίζει όμως τον κόπο, άμα δεν το έχει επισκεφτεί κάποιος. Από εκεί κατηφορίσαμε προς την Κηπίνα με το περιβόητο εκκλησάκι της σκαλισμένο μέσα στο βράχο. Δε σταματήσαμε εκεί, γιατί το έχουμε ξαναδεί αυτό το μέρος. Ούτε μπήκαμε στον κόπο να κατέβουμε αποκάτω, στον Καλαρρύτικο ποταμό, με τα, απίστευτης ομορφιάς, τοπία του. Συνεχίσαμε για Χρηστούς και Πράμαντα.
Τέσσερις το απόγευμα ήμασταν πίσω στο χωριό. Ο ήλιος έκαιγε.
- Γιάννη να ανέβω σπίτι ν’ ακούσουμε την κατσάδα μαζί από τη Λάμπρω, που έφυγες σήμερα και παράτησες το πότισμα.
- Άσε, θα κοιμάται τώρα, απάντησε ο Γιάννης γελώντας….
- Του Κώστα Σαλαγιάνη: Του Κώστα Σαλαγιάνη



